Καθώς το παρεμπιπτόντως είναι πολύ πομπώδες και κάπως καθαρευουσιάνικο για να το πει ή να το γράψει κανείς σε ένα ανεπίσημο, χαλαρό, μαγκίτικο πλαίσιο, αν δεν ακολουθήσει κανείς την συνήθεια που ακολουθείται στο σλανγκρ να το λέμε παρεμπίπταμπλυ, τότε θα κάνει αυτό που κάνουν οι περισσότεροι και θα το πει παρεμπιφτού. Αλλιώς θα γράψει απλά btw ή βτς.

1. Παρεμπιφτού, είχε καταδικαστεί και για πλαστογραφία.

2. Παρεμπιφτού, οι μεγάλοι τόμοι έχουν και το εξής έτερο μειονέκτημα: πας να τους διαβάσεις στο τραπέζι του καφέ, και δεν στέκονται ανοιγμένοι

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

#1
vikar

Σάν να κρατάει κάτι και απ' το επαυτού, νόν;

#2
vikar

Κι' επίσης, και παρεμπιπτό θα τ' ακούσεις:

[I]1. Παρεμπιπτό, να κάνω και μια διόρθωση... (ρεμπέτικο τζιάρ)

  1. Παρεμπιπτό, έμαθα πρόσφατα μια σημασία της λέξης ατζαμής λίγο διαφορετική από τη γνωστή. Συνήθως λέμε ατζαμή αυτόν που είναι άγαρμπος σε κάτι ή άγαρμπος γενικά. Άκουσα όμως (συγκεκριμένα από Καλύμνιους σφουγγαράδες) να λένε ατζαμή αυτόν που είναι απλώς πρωτάρης σε κάτι, χωρίς μειωτική απόχρωση. (λεξιλογία τζιάρ)[/I]

Το παρεμπιπτό βέβαια δέν είναι τόσο παιχνιδιάρικο, είναι απλά κομμέ.

#3
soulto

Προτιμώ το παρεμπιφτού, μου θυμίζει τους [I][/I]Κεφτιού.