Ανάβω μπάφο. Μεταβατικό ρήμα, συχνά με αντικείμενο την προσωπική αντωνυμία "το".

  • Έλα σκάσ' το τόση ώρα και χαρμάνιασα!

  • Πού 'σαι ρε μαν; Καιρό έχουμε να τα πούμε. Πότε θα περάσεις καμιά φορά να σκάσουμε κανα τρίφυλλο;

  • -Μάγκες έστριψα δύο ποιος θέλει να σκάσει το δεύτερο; -Μάρλεϋ

Σκάσιμο 1 Σκάσιμο 2

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το μαύρο στα ποδανά.

"Ελα σκασ' το τωρα, να καθαρίζεις το βρομά σκέτη ταλαιπώρια."

Βρομά ΖΝ - Χάλια Χάλια

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

αυτός ειναι πακουρας,δεν ξερεις σε τι μπορεί να ειναι μπλεγμένος

Αλήτης, παιδί της νύχτας, νυχτόβιος

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Πέρα απ'το γράμμα, το κάππα (kappa) έχει τη σημασία του κάνω πλάκα,παρόμοιο με το just kidding. Ξεκίνησε απ'το twitch.tv όπου χρησιμοποιούταν και χρησιμοποιείται ως spam.

Παράδειγμα εδώ Δε θα βγω γιατί έχω διάβασμα. Κάππα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

πρατσιαλάω = κάνω έρωτα.

Παράδειγμα: Δεν πας καλά μ'φαινιτη.... ωρέ την πρατσιάλσε τν Κατίνα;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

σακαρίμι = Ο διαλυμένος άνθρωπος λόγω γηρατειών ή αρρώστιας

Παράδειγμα: Μωρή Μαγδάλω, αυτό το σακαρίμ' θα πάρς;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Τζιαμπουνάω = Φωνάζω δυνατά, ακατάπαυστα.

Παράδειγμα: Τι μ' τζιαμπουνάς ιδώ πέρα μωρ' συ α ;;;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Εναλλακτική λέξη για το "αντιαισθητικό" μαλάκας. Δηλαδή ο αγνός μαλακούλης. Αυτός που κάνει την παπαριά συνήθως επανειλημμένα αλλά άθελά του και αποκλειστικά και μόνο λόγω απειρίας. Μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε όταν απευθυνόμαστε σε παιδιά κάτω των 10 ετών π.χ. στις λαϊκές μάζες ακούγεται πυκνά συχνά με την κατάληξη -άκος δλδ τσιτριμπινάκος ή όταν απευθυνόμαστε σε ενήλικες χαρακτηρίζουμε με αυτή τη λέξη (και με περιπαικτική διάθεση) τον συνομιλητή μας με αποκλειστικό σκοπό να τον πικάρουμε για κάποια παιδαριώδη και ερασιτεχνική πράξη του.

Επίσης χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε πλήθος μαλακισμένων αλλά αγνών πράξεων με έναν πιο απαλό χαρακτηρισμό λέμε: έκανες "τσιτριμπινιές" aka "μαλακίτσες".

Παράδειγμα 1 - Ήρθε επίσκεψη το ανίψι σου τριών χρονών (3)
- Γιαννάκη πάλι σου έπεσε στο πάτωμα το τηλεκοντρόλ; Έλα δω τσιτριμπινάκο (μησουγαμήσω από μέσα σου αλλά δε το λές φωναχτά)!

Παράδειγμα 2
- Ρε τι τσιτριμπίνης είσαι εσύ;! Πάλι ξέχασες το φερμουάρ του παντελονιού ανοιχτό;

Παράδειγμα 3
- Έφερες τα ρούχα από το καθαριστήριο;
- Τα ξέχασα... Θα τα πάρω αύριο...
- Πάλι άρχισες τις τσιτριμπινιές;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Το λήμμα Μολούκος είναι ένα σύνθετο ουσιαστικό με ρίζες από τις λέξεις "Μαλάκας" και "Τζουτζούκος". Πλησιάζει σε έννοια το "μουνόδουλος" ΄ή το "αγαπούλης" με τη διαφορά ότι δίδεται έμφαση στην φαταλιστικά παθητική στάση του άρρενα και χρησιμοποιείται είτε περιπαικτικά ως αρνητικός χαρακτηρισμός προς τον φίλο "παθών" που τον παρασέρνει το αιδοίο ασυστόλως είτε από τη "Θήλυ" αφέντρα προς το θύμα άρρενα όπου τον έχει ως αρσενική αβοήθητη και καταδικασμένη τραβιόλα που θα υποκύπτει στις όποιες σεξουαλικές ορέξεις της χωρίς δυνατότητα διαφυγής.

Η συνήθης προφορά της λέξης από γυναίκα είναι κάπως περιπαικτικά ναζιάρικη με ιδιαίτερο κοφτό τονισμό στο "λούκ" όπου υψώνεται η ένταση της φωνής και ακολουθεί μια μικρή κοφτή παύση στο "κ" και ένα σύρσιμο του οοοοοο --> μο-λούκ |... οοοοοο. Άντρας προς άντρα η προφορά είναι μέσα από τα δόντια και με λιγότερο σύρσιμο + τσαντισμένο/απογοητευμένο ύφος.

- Άρρεν: Δήμητρα; Τι κάνεις γυμνή στο δωμάτιό μου;
- Θήλυ: Σκάσε μικρό αμπλαούμπλικο κοαλάκι!
- Άρρεν: Πως μιλάς έτσι μωρή;...πάω να φύγω!!!
- Θήλυ: Δεν πας πουθενά... Έχω γκάβλες... Έλα εδω μολούκο μου.

- Άσε Γιάννη πάλι είχα τραβήγματα στο σπίτι.... Με έχει κάνει κομμάτια.... αλλά την αγαπάω.
- Ρε μολούκο! Τι παπαριές είναι αυτές; Άκου λίγο Σταρόβα "Αυτό που θέλουν οι γυναίκες"...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

γκρεμίζω, ισοπεδώνω

Η θύελλα τα σάρισε όλα!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε