1. αάπης
| Ορισμός: |
![]() | 4 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 4 | ![]() |
Συνώνυμο: Άραψ, μελαψός αγγλοσάξων, μελαψός Γαλάτης (και πάει λέγοντας...).
Γουστάρει κι αγαπάει τον μαύρο, τον σκύλο τον αάπη!
Από:
Dirty Talking την: 14/04/09
Dirty Talking την: 14/04/09| Ορισμός: |
![]() | 4 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 4 | ![]() |
Dirty Talking την: 14/04/09