1. αγγλικό φορ
| Ορισμός: |
![]() | 15 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 10 | ![]() |
Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
Συνώνυμο: άλογο.
- Αυτή είναι γυναίκα ρε Σάββα, αγγλικό φορ... Όχι σαν την πρώην σου τον Σουγκλάκο...
Από:
tompelamou την: 11/02/08
tompelamou την: 11/02/08| Ορισμός: |
![]() | 15 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 10 | ![]() |
tompelamou την: 11/02/08