1. άκυρο

Ορισμός: 7
Λήμμα: 6
Στον στρατό, η λέξη άκυρο σε γραμμή παράταξης, ακυρώνει ένα παράγγελμα που έμεινε στη μέση, αλλά ακούγεται και στην καθομιλουμένη.

Στον στρατό χρησιμοποιείται για να δοκιμάσει ο αξιωματικός την ετοιμότητα των φαντάρων, αλλά χωρίς να εκτελέσουν την εντολή.

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
1.
Μετά- (πάει για 'μετά-βολή', βλέπει οτι οι φαντάροι ετοιμάζονται να την εκτελέσουν, αλλά καταλήγει σε:) άκυροοοο...

2.
-Ρε μαν, φέρε τον αναπτήρα που είναι ακουμπημένος στο τραπεζάκι.
-Πού; δεν βλέπω αναπτήρα εδώ.
-Άκυρο, στην τσέπη μου είναι.
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  Paparas την: 11/02/08
 
Σχόλια [1]
(27/02/08)
linc751979
επίσης κάτι που λέγεται και δεν είναι επι του παρόντος, συνήθως λόγω αφηρημαδας:
- Σήμερα κανόνισα με τα παιδιά να πάμε γήπεδο θα έρθεις;
- Ξέρεις που έχει εδώ γύρω κανένα ανοιχτό φαρμακείο;
- Τι άκυρο ήταν αυτό; Καλα ρε δεν ακούς τι σου λέω τόση ώρα;
 

2. άκυρο

Ορισμός: 5
Λήμμα: 4
Αποστομωτική λέξη η οποία προδίδει την άρνηση ενός ατόμου να κάνει κάτι που του ζητάει άλλος.
Επίσης παράγγελμα στο στρατό που αναιρεί το προηγούμενο πριν προλάβει να εκτελεστεί.
- Έλα ρε, θα μου δώσεις το xbox για καμιά βδομάδα τώρα που διαβάζεις;
- Άκυρο...
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  vilaribas την: 11/02/08