1. αλκοόλα
| Ορισμός: |
![]() | 7 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 7 | ![]() |
Λέγεται και «αλκόλα».
1. Μεγάλη αλκοόλα η γυναίκα σου, με δύο ποτηράκια γίνεται ντίρλα, ούτε ξέρει πού βρίσκεται...
2. Τον πάω τον Τάκη, μεγάλη αλκοόλα, κάθε μέρα την ίδια ώρα, που ο κόσμος να χαλάει, είναι στο μαγαζί και την πίνει.
2. Τον πάω τον Τάκη, μεγάλη αλκοόλα, κάθε μέρα την ίδια ώρα, που ο κόσμος να χαλάει, είναι στο μαγαζί και την πίνει.
Από:
ironick την: 10/08/09
ironick την: 10/08/09


Κατηγορίες:
