1. απεριπίφ

Ορισμός: 4
Λήμμα: 3
Παραφθορά του απεριτίφ. Λέγεται για κεράσματα, ή ποτά κακής ποιότητας, καθώς παραπέμπει εμφανώς στη λέξη πιφ που σημαίνει βρωμερό, οσμηρό.

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
βλ. και ρόφτυμα
1. - Τι σας κέρασε η Μαρία;
- Απεριπίφ. Τι να μας κεράσει, ρε συ, αυτή; Μόνο πίπες κάνει καλές.

2. Πήγαμε στο «Premier» και πλακωθήκαμε στα απεριπίφ, όλη νύχτα ξερνούσα. Τι μας πότισαν οι αρχίδες! Δεν ξαναπατάω!
 Κατηγορίες:  Λεξιπλασίες Ξενικά Ουσίες  
Από:  panos1962 την: 29/11/09