1. αρπαχτοτσιμπούκω

Ορισμός: 4
Λήμμα: 4
Η γυναίκα που η εμφάνιση και το στυλ της προδίδουν ότι γαμιέται αβέρτα. Κοινώς η πατούρα!
- Πω πω αδερφάκι μου, τι αρπαχτοτσιμπούκω ήταν αυτή η μπαργούμαν που είδαμε χθες. Μόνο στο μέτωπο δεν έγραφε ότι θέλει να γαμηθεί ΤΩΡΑ!
Από:  jessica την: 26/03/08