1. βγάζω
| Ορισμός: |
![]() | 12 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 12 | ![]() |
Στη μουσική χρησιμοποιείται από τους οργανοπαίχτας οίτινες:
1ον: μαθαίνουν εξ ακοής ένα κομμάτι, ήτοι κάθονται οκλαδόν με το όργανο μπροστά στο ηχοσύστημα και το λιώνουν μέχρι να μάθουν να το παίζουν με το αφτί και χωρίς την χρήση παρτιτούρας.
2ον: καταφέρνουν να παίξουν ένα δύσκολο κομμάτι το οποίο τους πήρε καιρό να το μάθουνε.
3ον: ξαναδές το 1ον.
Για όσους βγήκαν από το ντεντ λουπ, τα σέβη μου στην κυρία μητέρα σας.
- Χτες έβγαλα το άι οβ δε τάιγκερ στην κιθάρα.
- Εγώ χτες έβγαλα το σόλο από το χάιγουέι σταρ.
- Εγώ το πρώτο μου παιδί θα το βγάλω τζίμη.
- Εγώ τη βγάζω δεν τη βγάζω.
- Εγώ χτες έβγαλα το σόλο από το χάιγουέι σταρ.
- Εγώ το πρώτο μου παιδί θα το βγάλω τζίμη.
- Εγώ τη βγάζω δεν τη βγάζω.
Από:
jesus την: 08/07/09
jesus την: 08/07/09



Κατηγορίες:
