1. δροσερός
| Ορισμός: |
![]() | 8 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 8 | ![]() |
1. Φίλος σε φίλο:
- Καλά, μαλάκα, χθες βγήκα με τον Πολύκαρπο για καφέ και με κοίταζε σαν ξερολούκουμο. Μιλάμε είχε πάθει σιελόρροια! Μάλλον είναι δροσερός!
2. Σε τηλεφωνική συνομιλία:
- Πού να πάμε; Καζάρμα; Εκεί είναι τίγκα στα δροσερά αγόρια! Ρε, μήπως είσαι δροσερός κι εσύ; Έπρεπε να το καταλάβω όταν σε είδα τσίτσιδο πάνω στον Βαγγέλη και μου είπες ότι κάνατε ελληνορωμαϊκή!
3. Και μεταφορικά:
- Ρε Γιαννάκη, κόψε τη γκρίνια... σα δροσερός κάνεις.
- Καλά, μαλάκα, χθες βγήκα με τον Πολύκαρπο για καφέ και με κοίταζε σαν ξερολούκουμο. Μιλάμε είχε πάθει σιελόρροια! Μάλλον είναι δροσερός!
2. Σε τηλεφωνική συνομιλία:
- Πού να πάμε; Καζάρμα; Εκεί είναι τίγκα στα δροσερά αγόρια! Ρε, μήπως είσαι δροσερός κι εσύ; Έπρεπε να το καταλάβω όταν σε είδα τσίτσιδο πάνω στον Βαγγέλη και μου είπες ότι κάνατε ελληνορωμαϊκή!
3. Και μεταφορικά:
- Ρε Γιαννάκη, κόψε τη γκρίνια... σα δροσερός κάνεις.
Από:
Olisadebe την: 26/03/11
Olisadebe την: 26/03/11



Κατηγορίες: 