1. δυόδυα
| Ορισμός: |
![]() | 11 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 11 | ![]() |
«Δυόδυα», λέει ο ταβλαδόρος αγρότης και πιάνει τα πούλια πάνω στο τρακτέρ με θέα τα αποκλεισμένα διόδια. «Μία, δύο, τρεις».
Παύση.
Κλαπ!
«Κι ο χατζηπετρής!».
Παύση.
Κλαπ!
«Κι ο χατζηπετρής!».
Από:
Khan την: 26/01/10
Khan την: 26/01/10


Κατηγορίες: 