1. ευαίσθητη πορδή

Ορισμός: 7
Λήμμα: 8
Κατά το «ευαίσθητη χορδή», «αγγίζω την ευαίσθητη πορδή» κάποιου. Είναι η κλαψιάρικη, παραπονεμένη πορδή, ή η ντροπαλή πορδή.
- Πολύ ωραία η φασολάδα, που έφτιαξες σήμερα, Μαρίκα! Άγγιξε τις ευαίσθητες πορδές μου!
Από:  Dirty Talking την: 10/02/09