1. φανούρης

Ορισμός: 5
Λήμμα: 6
Άνδρας (ούτως ειπείν...) του οποίου οι περήφανοι γονείς έχουν γνωριστεί με τους γονείς της γκόμενάς του - κοινώς, έχει κάνει "φανερώματα". Θηλυκό: Φανούρω, φανούραινα.

Καμία σχέση με το φανουρομωρό
Φανούρη, κόκα-κόλα έφερες;
 Κατηγορίες:  Χαρακτηρισμοί προσώπων  
Από:  Boux την: 03/03/08
 
Σχόλια [2]
(09/07/10)
GATZMAN
Τι ειπε ο άνθρωπος;
(09/07/10)
Boux
Αυτό:

φανούρης

Άνδρας (ούτως ειπείν...) του οποίου οι περήφανοι γονείς έχουν γνωριστεί με τους γονείς της γκόμενάς του - κοινώς, έχει κάνει «φανερώματα». Θηλυκό: Φανούρω, φανούραινα.

Καμία σχέση με το φανουρομωρό

Φανούρη, κόκα-κόλα έφερες;