1. φιδέμπορας
| Ορισμός: |
![]() | 11 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 11 | ![]() |
Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
Βλ. και αρχιδέμπορας, ψωλέμπορας.
α. (www.alfisti.gr) Μην αρχίσετε τώρα να με λέτε φιδέμπορα , αλήθεια λέω , πιστέψτε με!
β. (www.say.gr) Φοβάμαι ότι θα με παρεξηγήσει και θα με περάσει για κανένα φιδέμπορα
β. (www.say.gr) Φοβάμαι ότι θα με παρεξηγήσει και θα με περάσει για κανένα φιδέμπορα
Από:
foobaras την: 09/09/06
foobaras την: 09/09/06



Κατηγορίες: 
