1. γαμαωδέρνουλας

Ορισμός: 9
Λήμμα: 7
Βασικά, φλώρος που το παίζει σκληρός. Και καλά.
- Θα του κάνω τα μούτρα κρέας, θα το γαμήσω το πουστράκι το ιμο.
- Ίσα ρε γαμαωδέρνουλα. Κατούρα και λίγο.
Από:  poniroskylo την: 12/03/08