slang.gr ▼
Αρχική
Νέα
FAQ
Οδηγίες Χρήσης
RSS
Χρήστες
Παλαιάς Σχολής Έκδ.
Τυχαία
Πρόσφατα
Top ▼
Ορισμοί
Λήμματα
Ορισμοί/Λήμματα
Σχολιασμένα
Με Media ▼
Πρόσφατα
Top
Άλλα ▼
Κουμπάκια
Web Μάστορες
Επικοινωνία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
#
En
1. γκαομπίου
Ορισμός:
3
Λήμμα:
3
Αυτός που έχει άγνοια για το οτιδήποτε ... έχει υπερηφάνεια και κοκορεύεται όποτε βρίσκει ευκαιρία αλλά είναι βλάκας χαζός και ημιμαθής, βαριέται και είναι τεμπέλης όμως χαβαλετζής.
Ό,τι να 'ναι ο, τύποs ... Τελείωs γκαομπίου δηλαδή...
Κατηγορίες:
Λεξιπλασίες
Χαρακτηρισμοί προσώπων
[W] tag
Από:
dimdox87
την: 10/07/08
Σχόλια [1]
(29/10/08)
zav
Προκύπτει απο το στρατιωτικό χαρακτηρισμό Γ.Κ.Α.Ο.
Γ
ενική
Κ
ατηγορία
Α
ναλφαβητων
Ο
πλιτών σε συνδυασμό με το «ευφωνικό» ΜΠΙΟ
και σημαίνει βραδύνους. Δεν χρησιμοποιείται τόσο ως απαξιωτική ειρωνική έννοια όσο ως εμφατική της πνευματικής και διανοητικής κατάστασης ενός προσώπου
Σχολιασμός
Προσθ. Ορισμού
Email
Αναφορά
Upload
Ενσωμάτωση
[×]
« Γκαντζολία
γκάου »
▼
Κατηγορίες ορισμών
Αθλητικά
Auto/Moto
Αρκτικόλεξα
Αυτοαναφορικά
Γραμματικές μορφές
Εκφράσεις
Εμφάνιση
Επαγγελματική αργκό
Internet/Τεχνολογία
Καλιαρντά
Κλασικά
Λεξιπλασίες
Λογοπαίγνια
Μουσική
Νεολογισμοί
Νύχτα
Ξενικά
Ουσίες
Ποδανά
Πρόστυχα
Ρατσιστικά
Σεξιστικά
Σεξουαλικά
Σιχαμερά
Στρατός/Σώματα ασφαλείας
Τζόγος/Παιχνίδια
TV/Διασημότητες
Τοπικοί ιδιωματισμοί
Ύβρεις
Χαρακτηρισμοί καταστάσεων
Χαρακτηρισμοί πραγμάτων
Χαρακτηρισμοί προσώπων
Χαρακτηρισμοί τόπων
Διάφορα
Ορισμοί κατάλληλοι για
όλους
ενηλίκους
Σύνδεση
Αυτόματη σύνδεση
Ξέχασα τον κωδικό μου!
Περισσότερα Λήμματα
γκαμώτη
γκανγκ μπανγκ / gang-bang
γκανγκ μπανγκ / γκανγκ μπάνγκερ
γκανγκάρω
γκάνγκστα
γκανγκστερολόγος
γκάνι
γκανιάν
γκάνιαξα
γκαντεμάιστερ
γκαντέμης
γκαντεμιά
γκαντεμιάζω
γκαντεμοδύναμος
γκαντεμόνιο
γκαντεμόσαυρος
γκαντεμοτύχη
γκάντζα
Γκαντζολία
γκαομπίου
γκάου
γκάου-μπίου
γκαούγκαγκας
γκαούγκαλος
γκαράζ
γκαραζιά
γκαραζογκόμενα
γκαραζότεκνο
γκαραντί
γκαρίζω
γκαρίτσαφλος
γκαρλιάγκος, γκαρλιάνγκος
γκαρούτσος
γκαρσονιέρα πακιστανών
Γκασμαδία
γκασμάς
Γκαστόνε
γκαστρόνι
γκαστρωμένο μου μουνί, του πούτσου μου μεζές
γκαστρώνω (ή γαμάω) γαϊδούρα στον ανήφορο