1. γκιούλης
| Ορισμός: |
![]() | 6 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 6 | ![]() |
Επίσης, γιούλης.
1. - Στο ταμείο θα δεις έναν γκιούλη. Σ' αυτόν θα πας.
2. - Ρε συ, νιώθω άσχημα με τη μαλλούρα. Όλοι γκιούληδες είναι εδώ μέσα.
3. - Είναι δυνατόν; Πιο πολλά σαμπουάν από μένα έχει ο γκιούλης. Τι τα κάνει μου λες;
2. - Ρε συ, νιώθω άσχημα με τη μαλλούρα. Όλοι γκιούληδες είναι εδώ μέσα.
3. - Είναι δυνατόν; Πιο πολλά σαμπουάν από μένα έχει ο γκιούλης. Τι τα κάνει μου λες;
Από:
panos1962 την: 29/10/09
panos1962 την: 29/10/09


Κατηγορίες:
