1. γύφτος
| Ορισμός: |
![]() | 6 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 6 | ![]() |
1. Στην στρατιωτική κωδικοποίηση των γευμάτων είναι οι πατάτες. Συνώνυμο: γερμανός. Βλ. και πούστης, κινέζος, ιταλός, σάκης ρουβάς, τούβλο. Προφανώς, επειδή οι αθίγγανοι πουλάνε πατάτες.
2. Στην αθλητική αργκό είναι ο οπαδός του ΠΑΟΚ, βλ. κοινωνιολογική προσέγγιση στο γύφτοι.
1. - Τι έχει σήμερα;
- Πούστη με γύφτο.
2. οι παοκτσηδες ειναι γυφτοι και τουρκοι. τα υπολοιπα ειναι γνωστα, ειπωθηκαν (Εδώ).
- Πούστη με γύφτο.
2. οι παοκτσηδες ειναι γυφτοι και τουρκοι. τα υπολοιπα ειναι γνωστα, ειπωθηκαν (Εδώ).
Από:
Khan την: 11/03/11
Khan την: 11/03/112. γύφτος
| Ορισμός: |
![]() | 7 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 8 | ![]() |
2. Ο τελείως ξεφτίλας άνθρωπος, ο βρωμιάρης, ο τσιγγούνης, ο άνθρωπος χωρίς τρόπους κλπ.
Εμφανίζεται συχνά και ως γύφτουλας.
- Πάλι στην τράκα την έβγαλε ε;
- Αφού είναι γνωστός γύφτος!!
- Αφού είναι γνωστός γύφτος!!
Από:
Vegeta την: 16/12/06
Vegeta την: 16/12/06



Κατηγορίες: 

