1. καράπουτάνα / καράπουταναριό

Ορισμός: 4
Λήμμα: 4
Καράπουτάνα: πιο πουτάνα και από τις πουτάνες (ο διπλός τονισμός της λέξης συνηθίζεται).
Καράπουταναριό: σόι γεμάτο καραπουτάνες (ή αλλιώς ακόμη πιο μεγενθυμένο: καράπουτανάρες).
- Ήμαρτον Χριστούλη μου! τί να περιμένει κανείς από το καράπουταναριό...
Από:  didikong την: 21/03/08