1. καυλί

Ορισμός: 8
Λήμμα: 7
Aπρόβλεπτα δύσκολη άσκηση, εργασία.
Μου βγήκε ένα καυλί στη δουλειά. Πάτε εσείς και θάρθω και εγώ μετά, όταν τελειώσω.
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  colonnadorica την: 03/02/08
 

2. καυλί

Ορισμός: 11
Λήμμα: 7
(α) Το πέος
(β) Γυναίκα νεαρής ηλικίας και ερεθιστικής ένδυσης.
- Πρώτη ώρα θρησκευτικά. Κι'εκεί που περιμένουμε να δούμε την αγάμητη κυράτσα με τα κομποσκοίνια, σκάει ρε μαλάκα το τρελό ξανθό κ α υ λ ά κ ι !... Και σκέφτομαι: «Τα πάντα εν σοφία εποίησας ρε μπαγάσα».
- Τόσο ρε μαλάκα;
- Άσε ρε μαλάκα, μού'γινε το καυλί κατάρτι...
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  vikar την: 21/12/07
 
 
Σχόλια [4]
(15/05/08)
vasilis7719
υπό τον ορισμό αυτό, συναντάται και ως καυλίδιο
(28/07/08)
vikar
Να προσθέσω και τα επιτατικά (για τη δεύτερη σημασία): καύλιστο, καυλεπίκαυλο.
(15/01/09)
Hank
Δεν είναι της πούτσας το Ινστιτούτο Καυλί, αλλά αυτό το Bionano με προβλημάτισε. Εκτός αν είναι νάνος αλλά με κάτι αρχίδια ναααα
(15/01/09)
Hank
Και καυλίτσα!
 

3. καυλί

Ορισμός: 10
Λήμμα: 7
Δαγκώνω το καυλί μου: υφίσταμαι υπερβολικό κρύο.
Δεν καταφέραμε να ανάψουμε το τζάκι στο εξοχικό του και δαγκώσαμε το καυλί μας.
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  colonnadorica την: 03/02/08