1. καυλί
| Ορισμός: |
![]() | 8 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 7 | ![]() |
Μου βγήκε ένα καυλί στη δουλειά. Πάτε εσείς και θάρθω και εγώ μετά, όταν τελειώσω.
Από:
colonnadorica την: 03/02/08
colonnadorica την: 03/02/082. καυλί
| Ορισμός: |
![]() | 11 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 7 | ![]() |
(β) Γυναίκα νεαρής ηλικίας και ερεθιστικής ένδυσης.
- Πρώτη ώρα θρησκευτικά. Κι'εκεί που περιμένουμε να δούμε την αγάμητη κυράτσα με τα κομποσκοίνια, σκάει ρε μαλάκα το τρελό ξανθό κ α υ λ ά κ ι !... Και σκέφτομαι: «Τα πάντα εν σοφία εποίησας ρε μπαγάσα».
- Τόσο ρε μαλάκα;
- Άσε ρε μαλάκα, μού'γινε το καυλί κατάρτι...
- Τόσο ρε μαλάκα;
- Άσε ρε μαλάκα, μού'γινε το καυλί κατάρτι...
Από:
vikar την: 21/12/07
vikar την: 21/12/073. καυλί
| Ορισμός: |
![]() | 10 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 7 | ![]() |
Δεν καταφέραμε να ανάψουμε το τζάκι στο εξοχικό του και δαγκώσαμε το καυλί μας.
Από:
colonnadorica την: 03/02/08
colonnadorica την: 03/02/08


Κατηγορίες: 
Κατηγορίες:

