1. καυλώνω, καβλώνω, γκαβλώνω

Ορισμός: 5
Λήμμα: 11
Ερεθίζομαι σεξουαλικά, φτιάχνομαι, τη βρίσκω, έρχομαι σε ανώτατο στάδιο ηδονής.
– Την είδες εχθές την Πετρούλα;
– Ναι ρε μαλάκα. Με το στριγκάκι έμεινε. Και κάτι κουνήματα. Ε ρε πράμα που σαλεύει! Η γκόμενα είναι κωλάρα Κρόφτ. Και βύζο όλα τα λεφτά, ω ρε μάνα μου, κάβλωσα άγρια εχθές...
– Αυτήν κανένας ματσωμένος θα την κανονίζει...
– Αυτή φίλε την κανονίζει όλος ο αντρικός πληθυσμός Αθηνών και πάσης. Η γκόμενα είναι κάβλα.
– Το απόλυτο νιμού, φίλε!
 Κατηγορίες:  Κλασικά Πρόστυχα Σεξουαλικά  
Από:  Barcelonian την: 15/03/09
 
Σχόλια [4]
(15/03/09)
Galadriel
Αυτό;;; Σωστός ο ορισμός και πάρε και τα αστέρια σου που λέει ο λόγος, αλλά για το ρήμα καυλώνω αυτό έχουμε να πούμε; Που ένα ποίημα, μια ελεγεία, ένα έπος, κάτι βρε παιδί μου!!!
(15/03/09)
vikar
Βρε σάν πολύ κα(υ)λομαθημένη δέν μας βγήκες εσύ; :-Ρ Άσ' τονε τον άνθρωπο να τα πεί λιτά κι' αντρίκια οπως ξέρει...
(15/03/09)
Galadriel
vikar καλά τα λες, το λιτό κι αντρίκιο είναι πολύ υποτιμημένο ως αξία και την έχω εκτιμήσει ιδιαίτερα τις τελευταίες μέρες. Αλλά η κάβλα είναι ποίηση. Όσο και να το κάνεις :-P
(15/03/09)
Vrastaman
Mes να λοιπόν το επόμενο λήμμα σου. Get to work Val, το περιμένουμε να το διαβάσουμε με κομμένη ανάσα!