1. κερχανατζής

Ορισμός: 8
Λήμμα: 9
Άτιμος άνθρωπος, αχρείος, κάθαρμα. Παλαιάς κοπής βρισιά, απειλούμενη με εξαφάνιση. Κρίμα, διότι είναι από τις λέξεις που γεμίζουν το στόμα.

Κερχανατζής αρχικά σημαίνει το αφεντικό οίκου ανοχής, ο προαγωγός. Προέρχεται από το κερχανάς ή κιρχανάς και αυτό από το τούρκικο kerhane = μπουρδέλο.
1. - Α, ρε κερχανατζή, κορνάρεις και κορνάρεις ... κόκκινο είναι ακόμα, ρε κερατά ...

2. Σήμερα έστειλα τη γυναίκα μου να φτιάξει, μπάλωμα, ένα λάστιχο στο ΜΙΝΙ. Τελευταία φορά που επισκεύασα λάστιχο μου έβγαλαν πρόκα, βάλανε την «τσίχλα», 5 λεπτά, 5 ευρώ. Ο κερχανατζής αυτός για να μπαλώσει, έβγαλε το λάστιχο, μου σμπαράλιασε το χείλος της ζάντας γιατί το runflat βγαίνει δύσκολα, της είπε ότι θέλουν όλοι οι τροχοί ζυγοστάθμση και τη χρέωσε 45 ευρώ!!! (από www.bmw-motorsport.gr/forums)
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  poniroskylo την: 07/07/08
 
Σχόλια [2]
(07/07/08)
panagos
kai ego toso kairo nomiza oti shmaine ton tempelh.
(28/06/09)
patsis
Παραθέτω:

«Την ώρα, να πούμε, που έπαιρνε φαγητό, πήγαινε ένας από την επαγρύπνηση, τους χαφιέδες δηλαδή της καθοδήγησης, έπεφτε απάνω του, του έχυνε το φαγητό και του έβαζε και τις φωνές, πρόσεχε, ρε κάθαρμα, που σμπρώχνεις κιόλας, να τα μάσεις και να φύγεις, δε σε θέλουμε εδώ μέσα κλπ. Τι να πεις, ρε, σκέψου να ήμασταν και εξουσία. Οι περισσότεροι απ' αυτούς, όσοι βέβαια άντεξαν αυτό το φριχτό μαρτύριο, κάποτε αποκαταστάθηκαν. 'Είχε κάνει λάθος' το κόμμα, δηλαδή ο συγκεκριμένος κερχανατζής που ήταν καθοδήγηση.»

Χρόνης Μίσσιος, «...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», εκδόσεις γράμματα.
 

2. κερχανατζής

Ορισμός: 4
Λήμμα: 3
Ο μπουρδελόβιος και κατά συνυποδήλωση οποιοσδήποτε ανάξιος και ευτελής. Προέρχεται από την τουρκική λέξη kerhaneci με παρόμοια έννοια.
- Είδες πόσα λεφτά έφαγαν εκείνοι οι τύποι στον δήμο;
- Ντιπ κερχανατζήδες είναι αφού, να κάνουμε κάτι να φύγουν.
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  dimitris.retziki την: 08/07/08
 
Σχόλια [1]
(08/07/08)
poniroskylo
Δεν θέλω να επιμείνω αλλά kerhaneci στα τούρκικα είναι το αφεντικό στο μπουρδέλο, όχι ο οποιοσδήποτε θαμώνας, ο εν γένει μπουρδελόβιος.