slang.gr ▼
Αρχική
Νέα
FAQ
Οδηγίες Χρήσης
RSS
Χρήστες
Στατιστικά
Παλαιάς Σχολής Έκδ.
Τυχαία
Πρόσφατα
Top ▼
Ορισμοί
Λήμματα
Ορισμοί/Λήμματα
Σχολιασμένα
Με Media ▼
Πρόσφατα
Top
Άλλα ▼
Κουμπάκια
Web Μάστορες
Επικοινωνία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
#
En
1. κωλόφαρδος
Ορισμός:
13
Λήμμα:
9
Ο υπερβολικά τυχερός.
Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
Σχετικά:
διαολοδιώχτης
,
ευρύπρωκτος
,
φαρδυλέκανος
,
ξεκωλώνομαι
.
Ρε τον κωλόφαρδο... σκέτος
κοντράκιας
.
Κατηγορίες:
Χαρακτηρισμοί προσώπων
[W] tag
Από:
Pe@k_Nik
την: 21/05/07
Σχολιασμός
Προσθ. Ορισμού
Email
Αναφορά
Upload
Ενσωμάτωση
[×]
« κωλοφαρδία
κωλοφάρδουλα »
▼
Κατηγορίες ορισμών
Αθλητικά
Auto/Moto
Αρκτικόλεξα
Αυτοαναφορικά
Γραμματικές μορφές
Εκφράσεις
Εμφάνιση
Επαγγελματική αργκό
Internet/Τεχνολογία
Καλιαρντά
Κλασικά
Λεξιπλασίες
Λογοπαίγνια
Μουσική
Νεολογισμοί
Νύχτα
Ξενικά
Ουσίες
Ποδανά
Πρόστυχα
Ρατσιστικά
Σεξιστικά
Σεξουαλικά
Σιχαμερά
Στρατός/Σώματα ασφαλείας
Τζόγος/Παιχνίδια
TV/Διασημότητες
Τοπικοί ιδιωματισμοί
Ύβρεις
Χαρακτηρισμοί καταστάσεων
Χαρακτηρισμοί πραγμάτων
Χαρακτηρισμοί προσώπων
Χαρακτηρισμοί τόπων
Διάφορα
Ορισμοί κατάλληλοι για
όλους
ενηλίκους
Σύνδεση
Αυτόματη σύνδεση
Ξέχασα τον κωδικό μου!
Περισσότερα Λήμματα
κώλος που κλάνει χέζει γιατρό
κώλος-βουκώλος
κώλος-κατσαρίδα
κωλοσέρνω
Κωλοσσός
κωλοσφιγμένος
κωλοσφιξούρα
κωλοσφούγγι
κωλοσχισμή
κωλοτούμπας
κωλοτούρης
κωλοτρίβομαι
κωλοτρυπίδα
κωλοτρυπίδι
κωλοτρυπιδόσουπα
κωλού
κωλοφαγωμένος
κωλοφάνταρο
κωλοφαρδία
κωλόφαρδος
κωλοφάρδουλα
κωλοφεράντζα
κωλοφτιαγμένο
κωλοφύρης
κωλοφωτιά
κωλοχανείο
κωλοχαράδρα
κωλοχαρακτήρας
κωλόχαρτο
κωλοχαρτομετρία
κωλόχερο
κωλοχωρίστρα
κωλοχωριστρίαση
κωλόψαρο
κωλυθρίνι
κωλυόμενο
κωλύριο
κωλυσιαργώ
κωλώνει ο Φούντας;
κωλώνει το πεζικό στην κατηφόρα;