1. κοντράκιας

Ορισμός: 4
Λήμμα: 4
Ο οδηγός που επιδίδεται σε επικίνδυνη οδήγηση για εντυπωσιασμό.

Συνήθως συμμετέχει σε αυτοσχέδιους αγώνες σε δημόσιους δρόμους (κόντρες).
-Ο Μάκης; Τρελαμμένος κοντράκιας, αλλά πολύ απρόσεκτος, δεν έχει αφήσει κολώνα για κολώνα όρθια!
 Κατηγορίες:  Auto/Moto Κλασικά  
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  silencer51 την: 11/02/08
 

2. κοντράκιας

Ορισμός: 6
Λήμμα: 4
Αυτός που κερδίζει τις κόντρες στο ποδόσφαιρο.
- Ρε τον κοντράκια... Και τους τρεις με κόντρα τους πέρασε...
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  Pe@k_Nik την: 21/05/07