1. κοπρίτης
| Ορισμός: |
![]() | 8 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 8 | ![]() |
Η έκφραση προέρχεται από τα συμπαθή τετράποδα που δεν κάνουν άλλη δουλειά από το να κοπρίζουν ολόγυρα, κάνοντάς μας να βλαστημάμε την ώρα και την στιγμή που αγοράσαμε παπούτσια με τρακτερωτή σόλα.
Σήκω πήγαινε για δουλειά, ρε κοπρίτη!
Από:
Marco De Sade την: 25/03/09
Marco De Sade την: 25/03/092. κοπρίτης
| Ορισμός: |
![]() | 3 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 3 | ![]() |
Πάει όπου λάχει, φοράει ότι βρει, είναι λίγο βαρεμένος, λίγο βρώμικος και φυσικά απόλυτα ελεύθερος.
- Τον είδες τον Γιώργο;
- Εδώ πατάει εκεί βρίσκεται.
- Ναι αλλά είναι κοπρίτης ... δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα.
- Εδώ πατάει εκεί βρίσκεται.
- Ναι αλλά είναι κοπρίτης ... δεν δίνει λογαριασμό σε κανένα.
Από:
anl την: 27/06/08
anl την: 27/06/08


Κατηγορίες:

