1. κουρέλι

Ορισμός: 5
Λήμμα: 4
Κουρέλι. Είναι ένα κομμάτι ύφασμα όχι απαραίτητα χρήσιμο πια και κυρίως άχρηστο λόγο παρατεταμένης χρήσης. Μεταφορικά καλείται και η ψυχολογική διάθεση κάποιου που είναι στεναχωρημένος για κάποιο λόγο.
-- Είμαι κουρέλι φίλε μου άστα .........

--Κι ας με βρούνε κουρέλι απ’ το πιώμα
Και αμαρτία άλλη μια ας μου χρεώσουν
Η αγάπη υπάρχει μονάχα
Όταν βρίσκονται δύο να το νοιώσουν
Από:  ο αυτοκτονημενος την: 01/03/09
 
Σχόλια [1]
(06/10/09)
GATZMAN
Και μια μαντινάδα

Και με κουρέλια το κορμί, να ντύσεις, πάλι θα 'σαι
η πιο ωραία κουρελού, φως μου, πανάθεμα σε