1. ξαφρίζω
| Ορισμός: |
![]() | 5 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 5 | ![]() |
Η παρεπόμενη-μεταφορική σημασία του ξαφρίσματος, συνδέεται με την αφαίρεση εμπράγματων (κλεπταποδοχή) σε ταχύ χρόνο, συνήθως πρόχειρα και σχετικά επιφανειακά, αλλά όμως εύστοχα.
Το ξάφρισμα είθισται να λαμβάνει χώρα σε μικρούς ή ελλιπώς ελεγχόμενους χώρους και συνήθως προκαλείται από ομάδα τουλάχιστον 2 ατόμων, που ενθουσιωδώς συγκροτείται και που λαμβάνουν την απόφαση να ξαφρίσουν, εφόσον κάτι συγκεκριμένο τους λείπει την δεδομένη στιγμή, και αυθόρμητα μπουκάρουν όπου κάτσει.
Τά 'μαθες ρε συ; Μπήκαν προχθές στα ψιλικά του Μανώλη κάτι πρεζάκια και του μαζέψαν όλο το ταμείο και ότι κρουασάν και τσιγάρα βρίσκονταν πάνω στον πάγκο. Τον ξάφρισαν κανονικά.
Από:
Τζοϋστικ την: 20/07/09
Τζοϋστικ την: 20/07/09


Κατηγορίες: 