1. ξέκωλο

Ορισμός: 7
Λήμμα: 7
Αναφέρεται σε γυναίκα με ιδιαίτερο γούστο στις ενδυματολογικές της επιλογές, οι οποίες οπωσδήποτε αναδεικνύουν τα φυσικά της χαρίσματα.
Πολύ ξέκωλο αυτή η Ντίνα... είδες το μίνι που φόραγε προχτές;
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  dramaqueen την: 25/08/06
 
Σχόλια [1]
(04/12/10)
fellasge
ιδιαίτερο έκφυλο γούστο.
 

2. ξέκωλο

Ορισμός: 4
Λήμμα: 4
Εστιν ουν ξέκωλο, ανήρ έχων αιμοροεές εκ του πρωκτού κατερχόμενες, αιτιωδώς συσχετιζόμενες μετά των ερωτικών προτιμήσεων.
Ο Δημήτρης είναι ξέκωλο. (τελεία)
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  lambros την: 30/07/08
 

3. ξέκωλο

Ορισμός: 4
Λήμμα: 5
Ενίοτε τα ρούχα που φοράνε τα ξέκωλα.
Τη μέρα που χωρίσαμε, φόρεσα ένα ξέκωλο και πήγα αδιάφορη στο μπαράκι που συχνάζαμε... έτριβε τα μάτια του!!
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  Paparas την: 23/02/08
 
Σχόλια [2]
(26/02/08)
linc751979
ο ορισμός αυτός έχει ανέβει στις 25/08/06
πριν ανεβάζεις κάτι κάνε ενα search στον ορισμό.
(25/08/08)
vikar
Βλέπε και ξεκωλτέ.