1. ξεροχύνω

Ορισμός: 15
Λήμμα: 9
Όταν κανείς χαμουρεύεται με μια γκόμενα και καθώς είναι καυλωμένος για πολλή ώρα χωρίς όμως να τελειώνει, ανακαλύπτει ότι το εσώρουχό του έχει γεμίσει προσπερματικά υγρά. Έχει δηλαδή ξεροχύσει, κατά το ξεροβήξει: όπως ο ξερόβηχας είναι τζούφιος βήχας, έτσι και το ξεροχύσιμο είναι τζούφιο χύσιμο!
Βασικά είναι καλύτερο να το λες παρά να το περιγράφεις... Δες πάντως και το σταλάζω.
- Τι έγινε με τη μικρή που βγήκες χθες; Τη γάμησες;
- Άσε ρε, με είχε δυο ώρες να ξεροχύνω στο χαμούρεμα και στο μπαλαμούτι και τελικά πήγε σπίτι της!
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  Cunning Linguist την: 14/03/08
 
Σχόλια [3]
(23/09/10)
guitaraddict1
ΩΧ ΠΑΝΑΓ(Ι)Α ΜΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ!ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠ' ΑΥΤΟ,ΓΙΑΤΙ ΟΠΩΣ ΠΑΡΕΛΕΙΨΕΣ ΝΑ ΠΕΙΣ,ΑΔΕΛΦΕ,ΟΤΙ ΚΑΜΙΑ-ΔΥΟ ΩΡΕΣ ΜΕΤΑ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΑΦΟΡΗΤΟ ΠΟΝΟ ΣΤ' ΑΡΧΙΔΙΑ.ΠΑΥΣΙΠΟΝΑ ΑΝΤΙΦΛΕΓΜΟΝΩΔΗ ΚΙ ΕΤΣΙ!!:-(
(23/09/10)
Khan
Και μετά ουρλιάζεις από τον πόνο
(24/09/10)
Galadriel
ααχαχαχ χαν!
 

2. ξεροχύνω

Ορισμός: 9
Λήμμα: 9
Μου συμβαίνει αυτό που λέει ο φίλος Γκατς: αφλοκιστία, δηλαδή χύνω χωρίς να χύσω. Αποκλειστικό αντρικό σύμπτωμα. Σκέτη απελπισία ένα πράμα.

Το ανύπαρκτο προϊόν, καθώς και η όλη κατάσταση, λέγεται -εκτός από αφλοκιστία- και «ξερόχυμα».
- Ρε συ, τι εννοούσε η Μαρία όταν μου είπε ότι χθες ξερόχυσε ο Γιώργος;
- Πού να ξέρω, πρώτη φορά το ακούω. Ε ή θα την γάμησε καμιά εικοσαριά φορές και στέρεψε, ή θα της είπε καμιά δικαιολογία της πούτσας γιατί δεν του καλοσηκωνότανε. Ξέρω και γω μωρέ...
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  ironick την: 29/04/09
 
 
 
Σχόλια [9]
(29/04/09)
ironick
ωφου ρε κάνινγκ, τώρα το είδα, ούτε το υποπτεύθηκα να το ψάξω και μετά λέω για άλλους! Αν θες, το πετάω ή τα κάνουμε ένα. Α να μια ιδέα, κο-λήμματα (κοόπερατιβ).
(29/04/09)
GATZMAN
Στην Αρκαδία, απ' όπου έχεις αλλά και έχω ρίζα (κατάγομαι για την ακρίβεια), υπάρχει ένας ποταμός, που λέγεται Ξερίλας
(30/04/09)
Cunning Linguist
Θα σε μαλώσω!!!

Πάντως η σημασία είναι διαφορετική, οπότε εντάξει... Πάντως αυτό το φαινόμενο που περιγράφεις δεν το ξέρω...
(30/04/09)
Vrastaman
Οι ξερόλες ξεροχύνουν by default;
ρε χυνουν τα θυληκα ;;;;
(30/04/09)
Vrastaman
Αμε! Παναή, δες αυτό!
(30/04/09)
Hank
Μπράβο για το λήμμα, αλλά και η φωτό έξοχη! Το σεξ με ξεροχύσι είναι σαν να χτίζεις γέφυρα πάνω απ' τον ποταμό Ξερίλα.

Πλάκα πλάκα, ωραία ακούγεται: «Η Γέφυρα του ποταμού Ξεριλά», κατά το η γέφυρα του ποταμού Κβάι, αλλά αντιστρόφως...
(30/04/09)
Vrastaman
... για να είμαστε ακριβοδίκαιοι προς το ασθενές φύλο, είναι επιτακτική ανάγκη να σκανγκοποιηθεί και η ξήρανση κόλπου.

- ξεριλά;
- ξερομούνι;
- ξερομούνα;
- ανυδρομούνα;
- στεγνομούνα;
- παστομούνα;
- μουνί ξηρογραφία;
- Vin Sec de Château Μουνί;

(30/04/09)
GATZMAN
@Hank
O σλανγκικός Ξερίλας είναι το αντίθετο του σλανγκικού Φλοκοπόταμου.
 

3. ξεροχύνω

Ορισμός: 5
Λήμμα: 6
Αν και το λήμμα έχει ήδη αναρτηθεί, όφειλα να επισημάνω και τον ακόλουθο ορισμό, για να ολοκληρωθεί το σύμπλεγμα σημασιών και χρήσεων του όρου.

Ξεροχύνω: έρχομαι μεταφορικά σε οργασμό, άνευ σεξουαλικής πράξης ή και πρωταρχικής σεξουαλικής διέγερσης - καύλας από εξωτερικό ερέθισμα (εικόνα σεξουαλικού πλάσματος, βρώσις διεγερτικών εδεσμάτων, όσφρησις διεγερτικών αρωμάτων, κατουρόκαυλες, κ.ο.κ.), ως αρσενική λειτουργία.

Συνώνυμο των «γουστάρω τρελά», «έχω καρακαυλώσει», «έχω χαρά μεγάλη», «είμαι ανεβασμένος»...

Αναλυτικότερα: χύνω χωρίς σπέρμα, χωρίς υγρά, δηλαδή, εμφανίζω συμπτώματα οργασμού (μτφ. χαράς, ικανοποίησης, ενθουσιασμού)... στα «ξερά»...

Η μεταφορική του χρήση συναντάται στην χαρά του γκολ της αγαπημένης ομάδας ποδοσφαίρου, ή στην πώρωση της ανάγνωσης του πρωτοσέλιδου της αντιπροσώπου της ομάδος, αθλητικής εφημερίδας που «γαμεί» την εφημερίδα του αντιπάλου, στους πολιτικούς διαξιφισμούς ή και στις πολιτικές συγκεντρώσεις, ανά τους οπαδούς των κομμάτων. Επίσης, μόλις παίρνει κανείς πτυχίο, ή αύξηση στη δουλειά, ή παντός είδους επιβραβεύσεις και «χειροκροτήματα» (εάν έχει έφεση στο να αυτοπροβάλλεται / εκτίθεται / εκδίδεται) κλπ....
1. Αυτός ο Μήτσος είναι ο ορισμός του ανεγκέφαλου, «αυστραλοπίθηκου» βάζελου οπαδού. Κάθε πρωί κάθεται μία ώρα έξω από το περίπτερο και χαζεύει τα εξώφυλλα της «πράσινης» και ξεροχύνει στο πεζοδρόμιο με τη μάπα του Βγενό. Και το απόγευμα πάει στους «μάντ μπόυς» όπου τον έχουν για τα θελήματα και κάθεται και τον φορτώνουν καρπαζές...

2. Η μικρή Λίλιαν, όταν ήταν 16 και τραγούδησε στη σχολική εορτή, μόλις απέσπασε τα χειροκροτήματα του κοινού απέκτησε ένα βλέμμα λες και ξερόχυνε εκείνη την ώρα. Από τότε φάνηκε πως θα γινόταν «μεγάλη» σόου-γούμαν και έχει γυρίσει όολα τα πανηγύρια της Κάτω Αχαγιάς χωρίς να έχει «κλείσει» ούτε μισή σεζόν σε ταβέρνα στην Κλειτορία.
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  ΠΡΩΤΕΥΣ την: 23/09/10