1. μπαλντήρια

Ορισμός: 11
Λήμμα: 11
(Προφέρεται: Μπαλντήρ-γ-ια όπως καινούρ-γ-ια – όχι όπως πλυντήρια).

Τουρκομερίτικη έκφραση ορισμένων περιοχών της Β. Ελλάδας, που σημαίνει (επιτιμητικά) τα γυμνά – εκτεθειμένα μέρη του σώματος ή την γύμνια εν γένει.

Προέρχεται από την τούρκικη λέξη baldir = μοσχαράκι και συνεκδοχικώς ποδαράκι μοσχαριού.

Κατ’ επέκταση το σύνθετο baldırı çıplak σημαίνει γύμνια (όπως αγγλ. stark / bollocks naked = τσιτσίδι) και σήμερα πήρε τη σημασία των ακαλύπτων μελών του σώματος ιδίως της γυναίκας.

Αντίστοιχα στην Ελλάδα, τα (unisex) γυμνά μέρη του σώματος λέμε «κρέατα» και η πλήρης γύμνια λέγεται τσιτσίδι (είτε εκ του ιταλ. cicci = βυζιά/μαστοί είτε εκ του τουρκ. çırılçıplak = θεόγυμνος είτε εκ του παιδικού τσιτσί = κρέας), ενώ ειδικώτερα για τα γεννητικά όργανα, σώζονται στη νεοελληνική λογοτεχνία τα ντροπαλά: «Άσχημα κρέατα», η «φύση», το «γένος», το «φύλο» κλπ.

Την έκφραση χρησιμοποιεί ατόφια ο Νίκος Κοεμτζής στο βιβλίο του «Το Μακρύ Ζεϊμπέκικο».
1. Ρίξε κανα χράμι, κανα πεσκίρι πάνω σου και μάσ’ τα μπαλντήρια σου, μη μας γελάει ο μαχαλάς.

2. -Τι έτσι θα μού ’ρθεις έξω;
-Γιατί, τι έχω;
-Που τά ’χεις βγάλει όλα όξω, αυτό λέω!
-Ααα! Το σχέδιο; Είναι της μόδας, έτσι τα φοράνε τώρα…
-Άμε παιδάκι μου ντύσου λέω, κι εσύ μην πουντιάσεις κι εγώ να μην τσακώνομαι με τους αρκουδόμαγκες για τα μπαλντήρια σου!
Από:  HODJAS την: 26/02/10
 
Σχόλια [15]
(26/02/10)
vikar
Τα μπαλντήρια (αλλα γιατί με ήτα; με γιώτα μάλλον, μπαλντίρια) δέν τά 'χω ξανακούσει, αλλα έχω βεβαίως ξανακούσει πολλές φορές τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό τσιπλάκης (και μάλιστα, σαρπράιζ-σαρπράιζ, περισσότερο στο θηλυκό, τσιπλάκισσα), με τη σημασία απο «χαλαρών ηθών» ώς «ξετσίπωτος» --που σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Χότζας βγάζει κάργα νόημα, νά 'ναι καλά.
(27/02/10)
allivegp
Καμιά σχέση με τον Εντουάρ Μπαλαντύρ, πρώην πρωθυπουργό της Γαλλίας;
(27/02/10)
Khan
Απλή συνωνυμία.
(27/02/10)
betatzis
Μ΄αυτά τα ξεμπρατσώματα θα γίνει καμιά φιέστα,
ή βάλε ότι σου λείπεται ή βγάλε και τα ρέστα.

Αποδίδεται στον Γ. Σουρή όταν είδε για πρώτη φορά ξεμπράτσωτη δεσποινίδα.
(27/02/10)
jesus
@μπετ: έλληνας είναι αυτός που μετέχεις της ελληνικής παιδείας.
(27/02/10)
HODJAS
Οπισθογραφώ την ρήση του Σουρή διά Μπετατζή περί της πονηρής «φιέστας», παραθέτοντας ταυτόχρονα το ρομάνικο ερωτικό: «ti sborro in testa e faciamo festa», το οποίο ερυθριώ να μεταφράσω...
(27/02/10)
jesus
βενετσιάνικο, θα σε χύσω στη μάπα κ θα το γιορτάσουμε. χονδρικά.
(27/02/10)
HODJAS
Εγώ το λέω, εσύ το ασχολιάς!
(Zecus)
(27/02/10)
jesus
πήγα να ανεβάσω αυτό κ χάθηκε:

ανακρίβεια, το sborra παίζει σε όλη την ιταλία, αλλά στη βενετία έχουν χαρακτηριστικό ρ κ το λένε όσο συχνά εμείς το μαλάκα.

όταν ο χότζας κολώνει, κάποιος πρέπει να κάνει τη βρώμικη δουλειά.
(28/02/10)
HODJAS
Εσύ κολώνιες :-Ρ
(28/02/10)
jesus
κολόνιες τζιτζιλόνης
(28/02/10)
HODJAS
Οι προέφηβοι λένε το ευφημιστικό sbobare (ακριβώς γιατί το sborra ακούγεται ιδιαίτερα χυδαίο), όπως εμείς λέγαμε μικροί π.χ. μαλέας αντί μαλάκας, την πανακόλα μου κλπ, πριν εξοικειωθούμε (δίκην ενηλικιώσεως;) με τα χριστοπαναγίδια.
(17/03/10)
kalos_lykos
«ti sborra in testa e facciamo fiesta» είναι η ιταλική έκφραση... το «festa» είναι η σπανιόλικη λέξη, ίδια με την ιταλική «fiesta»
(18/03/10)
HODJAS
Σεβαστές οι παρατηρήσεις καθώς και η μείωση της βαθμολογίας, αλλά:
Ας κλίνουμε: Io sborro-tu sborri-egli/essa sborra-noi sborriamo-voi sborrate-essi sborrano, άραγε πάει η πρώτη «διόρθωση».
Το ρήμα είναι facio και όχι faccio
Στα ιταλικά η γιορτή είναι festa (βλ. festeggiare = γιορτάζω)
ενώ fiesta είναι ισπανικό.
Need I say more;
(18/03/10)
Khan
Finita la musica, sborrata la testa