1. μπινελίκι

Ορισμός: 9
Λήμμα: 8
1. Αισχρό βρίσιμο, που μόνο μπινές θα μπορούσε να εκφέρει...

2. Μεζεδάκια πικάντικα και μικρής ποσότητας συνήθως, που συνοδεύουν «σκληρά», «πατροπαράδοτα» οινοπνευματώδη (ούζο, τσίπουρο, κλπ)
1. -Όταν τον συνάντησα τον πούστη, τού 'ριξα κάτι μπινελίκια που δεν ήξερε από πού τού 'ρθαν!!

2. - Καλά, χθες, στο τάδε μαγαζί που πήγαμε για ουζάκι, είχε και κάτι μπινελίκια!!
 Κατηγορίες:  Κλασικά Διάφορα  
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  black_hawk την: 18/09/06
 

2. μπινελίκι

Ορισμός: 7
Λήμμα: 7
Το γλυκό -συνήθως ανατολίτικης προέλευσης- που είναι τίγκα στο σιρόπι. Ένας τρώει, δύο παθαίνουν ζάχαρο. Είναι ό,τι πείς για χέσιμο.
Μπινελικώθηκα σήμερα με κάτι μπινελίκια απίστευτα. Μπινέδιασα σου λέω με τόσα σορόπια...
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  Marco De Sade την: 19/03/09
 
 
Σχόλια [1]
(19/03/09)
GATZMAN
Σωστός ο μαρκήσιος!
Το μπινελίκι σε πάει για Μπινελκίκι.
 

3. μπινελίκι

Ορισμός: 8
Λήμμα: 7
Τουρκικής προέλευσης λέξη (binlik) που σημαίνει χαρτονόμισμα χιλίων λιρών. Δηλώνει γενικά την μεγάλη ποσότητα πραγμάτων.
Είχε πολλά μπινελίκια στο τραπέζι.
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  alagrecque την: 15/07/10
 
Σχόλια [2]
(16/07/10)
Vrastaman
Equal grace, καλώς μας βρήκες.
(16/07/10)
ΠΡΩΤΕΥΣ
getlerbirliki, ρε, η τούρκικια ρε...