1. μπουρδελέ

Ορισμός: 4
Λήμμα: 3
Επίθετο με γαλλίζουσα κατάληξη. Χαρακτηρίζει πράγματα που θα ταίριαζαν με το γούστο/περιβάλλον ενός οίκου ανοχής.
1. - Σου αρέσουν τα μαλλιά μου αγάπη μου;
- Τι να σου πω βρε Δεσποινάκι, πολύ μπουρδελέ τά 'κανες...
- Επίτηδες!

2. - Είδες μπουρδελέ κόκκινο φως που έβαλα στο σαλόνι;
- Είχες δεν είχες, έκανες ένα σπίτι μπουρδέλο!
- Ε αφού έχω ξεμπουρδελιάνει τελείως...
Από:  Cunning Linguist την: 01/05/08