slang.gr ▼
Αρχική
Νέα
FAQ
Οδηγίες Χρήσης
RSS
Χρήστες
Στατιστικά
Παλαιάς Σχολής Έκδ.
Τυχαία
Πρόσφατα
Top ▼
Ορισμοί
Λήμματα
Ορισμοί/Λήμματα
Σχολιασμένα
Με Media ▼
Πρόσφατα
Top
Άλλα ▼
Κουμπάκια
Web Μάστορες
Επικοινωνία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
#
En
1. ντρόσχα
Ορισμός:
3
Λήμμα:
3
Ο πολύ χοντρός άνθρωπος (συνηθέστερα χρησιμοποιείται για γυναίκες).
-Κοίτα πώς έχει παχύνει αυτή!! Έχει γίνει σκέτη ντρόσχω από το πολύ φαΐ!
Κατηγορίες:
Εμφάνιση
Ποδανά
Χαρακτηρισμοί προσώπων
[W] tag
Από:
Vegeta
την: 16/12/06
Σχολιασμός
Προσθ. Ορισμού
Email
Αναφορά
Upload
Ενσωμάτωση
[×]
« ντροπάντζα
ντρούλιτς »
▼
Κατηγορίες ορισμών
Αθλητικά
Auto/Moto
Αρκτικόλεξα
Αυτοαναφορικά
Γραμματικές μορφές
Εκφράσεις
Εμφάνιση
Επαγγελματική αργκό
Internet/Τεχνολογία
Καλιαρντά
Κλασικά
Λεξιπλασίες
Λογοπαίγνια
Μουσική
Νεολογισμοί
Νύχτα
Ξενικά
Ουσίες
Ποδανά
Πρόστυχα
Ρατσιστικά
Σεξιστικά
Σεξουαλικά
Σιχαμερά
Στρατός/Σώματα ασφαλείας
Τζόγος/Παιχνίδια
TV/Διασημότητες
Τοπικοί ιδιωματισμοί
Ύβρεις
Χαρακτηρισμοί καταστάσεων
Χαρακτηρισμοί πραγμάτων
Χαρακτηρισμοί προσώπων
Χαρακτηρισμοί τόπων
Διάφορα
Ορισμοί κατάλληλοι για
όλους
ενηλίκους
Σύνδεση
Αυτόματη σύνδεση
Ξέχασα τον κωδικό μου!
Περισσότερα Λήμματα
ντουνιάς
ντουντ (Dude)
ντουντούνες / ντουντούνια
ντούρασελ
ντουρντουβάκι
ντουρντούβαλο
ντουρντούβελο
ντούρντουλο
ντούρος
ντούρου
ντουφεκιά
ντούχνα
ντράβαλα
ντρεντ
ντριλιμόναρος
ντριμάλια
ντρόγκια, ντράγκια, ντρόγκες
ντρογκμπά
ντροπάντζα
ντρόσχα
ντρούλιτς
ντύνει, στολίζει, νοικοκυρεύει
ντύνομαι Αλέφαντος
νυθείτσα
νυμφίδιο
νυμφομάνα
νυσταλέουρας
νυστερία
νυφίτσα
νυφουλίνη
νυχάκι
νύχι με μεζέ
νυχού
νύχτα το πήρες;
νύχτας
νυχτιά
νυχτοκαματιάρης
νυχτοπερπατητής
νυχτοπερπατώ
νωχελίμ