1. ούφο

Ορισμός: 10
Λήμμα: 8
Από το UFO (ελληνιστί: ΑΤΙΑ). Ο βλάκας λόγω αφηρημάδας, τόσο που λες πως δεν ανήκει στον γήινο και ανθρώπινο κόσμο.

Πληθ.: ούφα. Υπερθετικός: ουφάρα, ουφάκλα.
Είσαι μεγάλη ουφάρα! Πότε θα πάψεις να χαιρετάς αγνώστους στον δρόμο νομίζοντας ότι είναι γνωστοί;...
Από:  ironick την: 02/02/08
 
 
 
Σχόλια [4]
(16/03/08)
Cunning Linguist
Ωραίο και το θηλυκό η ουφίτα!
(03/07/08)
Vrastaman
Ο επιστημονικός προσδιορισμός είναι ιπτάμενη δισκοπάθεια.
(24/02/10)
HODJAS
flying saucer aunt...
(02/07/11)
patsis
Μην είστε σκληροί με τα ούφο, σύντροφοι είναι κι αυτοί, δεν είναι ζώα...