1. ούφο
| Ορισμός: |
![]() | 10 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 8 | ![]() |
Πληθ.: ούφα. Υπερθετικός: ουφάρα, ουφάκλα.
Είσαι μεγάλη ουφάρα! Πότε θα πάψεις να χαιρετάς αγνώστους στον δρόμο νομίζοντας ότι είναι γνωστοί;...
Από:
ironick την: 02/02/08
ironick την: 02/02/08| Ορισμός: |
![]() | 10 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 8 | ![]() |
ironick την: 02/02/08