1. παίρνω μάτι

Ορισμός: 6
Λήμμα: 5
Το μπανιστήρι, η ηδονοβλεψία. Λέγεται και «κάνω μάτι».

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
- Αν την ρίξεις την γκόμενα θα με αφήσεις να πάρω μάτι;
- Τι λες ρε ανώμαλε, αντί να βρεις και εσύ καμία μπας και ξελαμπικάρεις, θες να πάρεις μάτι.
Από:  alliotikos την: 28/09/06