1. πορνό

Ορισμός: 3
Λήμμα: 3
1. Το ποδοσφαιρικό παιχνίδι όπου η μία ομάδα διασύρεται εντελώς. Που αρπάζει από 3 μπαλάκια και πάνω. Που παρακαλάς -αν είναι η ομάδα σου- να τελειώσει η ξεφτίλα, αλλά όχι μόνο δεν τελειώνει, αλλά πιάνει και βροχή και δεν έχεις ομπρέλα.

2. Η ομάδα για το άθλιο θέαμα που παρουσιάζει.

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
Βλ. και τσόντα
1. Είχε ένα πορνό χτές, Μάντσεστερ - Λίβερπουλ, 1 - 4.

2. Άστα, πορνό είμαστε χτές. Ρουφήξαμε 5 μπαλάκια.
Από:  Marco De Sade την: 16/03/09
 
 
Σχόλια [1]
(16/03/09)
Hank
Βλ. και τσόντα.

Άλλος ορισμός:
Το πουρνό, πρωινό στα Κυπριακά.