1. ροδέλα

Ορισμός: 5
Λήμμα: 5
Ο πρωκτός, η κωλοτρυπίδα, η σούφρα.
- Δίνει ροδέλα; (δηλαδή: κάνει πρωκτικό έρωτα;)
Από:  emkrit την: 12/02/08
 
Σχόλια [1]
(29/11/08)
slangprof
Επίσης: Κάνω ροδέλα= Κάνω γλειφοκώλι