slang.gr ▼
Αρχική
Νέα
FAQ
Οδηγίες Χρήσης
RSS
Χρήστες
Στατιστικά
Παλαιάς Σχολής Έκδ.
Τυχαία
Πρόσφατα
Top ▼
Ορισμοί
Λήμματα
Ορισμοί/Λήμματα
Σχολιασμένα
Με Media ▼
Πρόσφατα
Top
Άλλα ▼
Κουμπάκια
Web Μάστορες
Επικοινωνία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
#
En
1. σαλτάρω
Ορισμός:
3
Λήμμα:
2
Τρελαίνομαι, δεν βλέπω μπροστά μου από τα απίθανα που ακούω
Επίθ.: σαλταρισμένος.
Άσε, σαλτάρισε ο τύπος με τις εξηγήσεις που του έδωσε η γκόμενα.
Κατηγορίες:
Κλασικά
Χαρακτηρισμοί καταστάσεων
[W] tag
Από:
didikong
την: 21/03/08
Σχολιασμός
Προσθ. Ορισμού
Email
Αναφορά
Upload
Ενσωμάτωση
[×]
« σαλταπήδας
σαλτιμπάγκος »
▼
Κατηγορίες ορισμών
Αθλητικά
Auto/Moto
Αρκτικόλεξα
Αυτοαναφορικά
Γραμματικές μορφές
Εκφράσεις
Εμφάνιση
Επαγγελματική αργκό
Internet/Τεχνολογία
Καλιαρντά
Κλασικά
Λεξιπλασίες
Λογοπαίγνια
Μουσική
Νεολογισμοί
Νύχτα
Ξενικά
Ουσίες
Ποδανά
Πρόστυχα
Ρατσιστικά
Σεξιστικά
Σεξουαλικά
Σιχαμερά
Στρατός/Σώματα ασφαλείας
Τζόγος/Παιχνίδια
TV/Διασημότητες
Τοπικοί ιδιωματισμοί
Ύβρεις
Χαρακτηρισμοί καταστάσεων
Χαρακτηρισμοί πραγμάτων
Χαρακτηρισμοί προσώπων
Χαρακτηρισμοί τόπων
Διάφορα
Ορισμοί κατάλληλοι για
όλους
ενηλίκους
Σύνδεση
Αυτόματη σύνδεση
Ξέχασα τον κωδικό μου!
Περισσότερα Λήμματα
σαλαμαλέκος
σαλαμοποίηση
σαλαμούρα
Σαλαμύκονος
σαλιαμάγκουρας
σαλιαμούτρας
σαλιαμπάλιας
σαλιαπατζής
σαλιάρης
σαλιαρίζω
σάλιας
σαλιγκαροψώλης
σάλιο
σαλματζής
σαλούφα
σάλτα και γαμήσου
σάλτα και γαμήσου και φέρε μου τα ρέστα
σαλτανάτι
σαλταπήδας
σαλτάρω
σαλτιμπάγκος
σάλτο μορτάλε
σάλτσες
ΣΑΜ
σαμαροπαΐδα
σάματι
σαμιαμάνα
σαμιαμίδι
σαμιαμιδογλειμμένη
σάμπα
σάμπαλο
σαμπανιοκαβαλάρισσα
σάμπλα
σαμπλίδι
σαν διάολος
σαν και τ' από τώρα
σαν κλασμένο μαρούλι
σαν μια πούτσα στο Αιγαίο
σαν μπουρδέλο σε μετακόμιση
σαν να τον χτύπησε η Παναγία με το τάβλι