1. σαλτάρω

Ορισμός: 3
Λήμμα: 2
Τρελαίνομαι, δεν βλέπω μπροστά μου από τα απίθανα που ακούω
Επίθ.: σαλταρισμένος.
Άσε, σαλτάρισε ο τύπος με τις εξηγήσεις που του έδωσε η γκόμενα.
Από:  didikong την: 21/03/08