1. σφάζω

Ορισμός: 8
Λήμμα: 8
Κόβω βάναυσα (δηλαδή άγαρμπα ή αδικαιολόγητα), κάτι που εκπέμπω, μεταδίδω ή αναπαράγω. Χρησιμοποιείται κυρίως για ραδιόφωνο και τηλέοραση, αλλά έχει να κάνει και με σινεμά, με μουσική, κλπ.

Με την έννοια της απότομης διακοπής, σφάζονται:
  • Τραγούδια σε μπαρ, κλαμπ και τα τοιαύτα (π.χ. αν ο dj δεν αφήσει το κομμάτι να παίξει ολόκληρο ή όσο χρειάζεται τέλος πάντων, αλλά κάνει αλλαγή πάνω που είχες χαρεί)
  • Οι τίτλοι τέλους και τα credits (Για ταινίες και εκπομπές που προβάλλονται στην τηλεόραση, μόνο τα συνδρομητικά και το κανάλι της Βουλής ΔΕΝ τα σφάζουν. Για σινεμά, φοβάμαι ότι τα σφάζουν σχεδόν όλοι πλέον.)
  • Τραγούδια ή βίντεο σε εκπομπή (π.χ. αν βγούμε εκτός χρόνου και πρέπει να περάσουμε επειγόντως σε διαφημιστικό ή δελτίο)
  • Παραγωγοί, όταν τους κόβουν εν ψυχρώ στον αέρα (π.χ. όταν κυριολεκτικά «πιέζει ο χρόνος»)
  • Ο,τιδήποτε ακρωτηριάσει ο χασάπης (π.χ. στο μοντάζ)
  • Ο,τιδήποτε τύχει να μεταδίδεται την ώρα που πέφτει έκτακτο δελτίο (εδώ η διακοπή είναι συνήθως προσωρινή)
  • Ο,τιδήποτε οποτεδήποτε οπουδήποτε (αν πρόκειται για τεχνικό ή ανθρώπινο λάθος)
  • Το μόνο που δε σφάζεται ούτε σε περίπτωση πυρηνικής καταστροφής είναι οι διαφημίσεις...
Με την έννοια της ματαίωσης, σφάζονται:
  • Ο,τιδήποτε προγραμματισμένο συμπέσει με σημαντική ζωντανή μετάδοση (π.χ. ομιλία πρωθυπουργού ή κάποιου ισχυρότερου, ΔΕΘ, λειτουργία, παρέλαση, ποδόσφαιρο κλπ)
  • Ολόκληρες σειρές (π.χ. αντί για δώδεκα επεισόδια που προβλεπόταν στο πρόγραμμα, τελικά προβάλλονται πέντε. Ή παίζουν μια-δυο σεζόν κανονικά, αλλά κανείς δεν παραγγέλνει ποτέ τις επόμενες.)
  • Ολόκληρες εκπομπές (π.χ. ο παραγωγός τσακώθηκε με τον διευθυντή και η εκπομπή πήρε πούλο)
1. - Ποιος μαλάκας είναι στα ντεκς;
- Γιατί μωρέ, καλά παίζει.
- Τι καλά! Καλάθια και κοφίνια! Πήγε κι έσφαξε το Thunderstruck πριν προλάβω να χτυπηθώ! Και το άλλαξε σε «θα 'ναι σα να μπαίνει η άνοιξη»! Θα τον σφάξω!
- Ώχου μωρέ, εσύ γκρινιάζεις κι όταν σφάζουν το Free Bird. Τι άλλο να το κάνουν δηλαδή, για σφάξιμο είναι, μισή ώρα κομμάτι.
- Να μην το παίξουν αν είναι να το σφάξουν!
- Να μην το παίξουν, τελεία.

2. - Ωραίο το εργάκι, ε; Άντε, μάζεψε μπουφάν και πάμε να φύγουμε.
- Όχι ακόμα, θέλω να δω τα credits!
- Χέσε με ρε με τα credits, που σε κόφτει ποιος ήταν μπούμαν και ποιος ηλεκτρολόγος! Που σιγά και μην τα παίξει κιόλας, τι στοίχημα ότι θα τα σφάξουνε;
- ...Τα σφάξανε.
- Ε άιντε. Σκώσου.

3. - Δε θέλω να σε αγχώσω, αλλά σε ψάχνει η κυρία Σοφία.
- Εμένα!; Γιατί; Ωχ Παναγιάμου Δεκαεξακάναλη, τι έκανα πάλι;
- Γιατί σου 'χε μείνει ένα λεπτό χρόνος μέχρι τις διαφημίσεις, κι αντί να χώσεις γέφυρα, έβαλες τραγούδι. Και σφάχτηκε, βέβαια. Χαϊβάνι, ε χαϊβάνι.

4. - Τομπούστη τον Παρλαπιπόπουλο, τόση ώρα του λέω να το λήξει, κι αυτός της ψωλής του το χαβά, όλο «κάτι τελευταίο πριν κλείσουμε, αν και μας πιέζει ο χρόνος όπως μας ειδοποιούν απ' το κοντρόλ» και μαλακίες! Μα το θεό, αν δεν έχει πει καληνύχτα σε οχτώ δευτερόλεπτα, θα τον σφάξω! Και στ' αρχίδια μου!

5. - Έτοιμο το σποτάκι, το πάω στη ροή.
- Κιόλας; Δε φαντάζομαι να το έσφαξες σαν προχτές που βιαζόσουνα, κι έφαγες ολόκληρη συλλαβή απ' το σπικάζ!
- Σε παρακαλώ, με προσβάλλεις. Είπα έτοιμο, τώρα μιλάμε ή κλάνουμε; (Σάλτα και γαμήσου, παλιομαλάκα.)
- Νταξναούμ, φίλος, ρώτησα. (Α σιχτίρ, παλιοσκιτζή.)

6. - Πρέπει επιτέλους να απαλλαγούμε απ' αυτό το καρκίνωμα που λέγεται ΕΡΑ Σπορ. Δε γίνεται να σφάζουμε τόσες τοπικές παραγωγές για να αναμεταδίδουμε τον αγώνα χάντμπολ Παναιτωλικού-Κωλοπετεινίτσας. Δεν έχουν συχνότητα με πανελλαδική κάλυψη; Έχουν. Να αφήσουν τους περιφερειακούς σταθμούς ήσυχους!

7. - Σούπω, παίζει ακόμα Doctor Who στο Σκάι ή το σφάξανε; Είχα δει κάτι επεισόδια, αλλά μετά τίποτα. Μήπως άλλαξε μέρα ή ώρα;
- Χέστηκα. Εγώ τα κατεβάζω. Βάλε DSL, ρε κακομοίρη, που κάθεσαι κι ασχολείσαι με Σκάι. Είναι και τρεις σεζόν πίσω...

8. - Ο Κούλογλου είναι σοβαρός δημοσιογράφος, γι' αυτό του σφάξανε την εκπομπή. Πολύ τον εκτίμησα τότε.
- Δηλαδή άμα σφάξουνε την Πάνια, θα την εκτιμήσεις κι αυτήνα;
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  Pirate Jenny την: 27/05/11
 
 
Σχόλια [5]
(27/05/11)
gaidouragathos
Γιατί πριν φτάσω στο τέλος ήξερα ποιός τόγραψε;
(27/05/11)
poniroskylo
Εξαιρετικό! Αστέρια πολλά! Και, να σου πω... την κυρία Σοφία την έχει φοβηθεί το μάτι μου και μένα...
(27/05/11)
Vrastaman
Έτσι ρε Τζένη, γκώσαμε με την μίρλα!
(27/05/11)
ironick
μπράβο ρε πειρατίνα (αχ αυτό με τους τίτλους τέλους...), πολύ καλό. και όταν το είδα νόμιζα ότι πάλι δεν δούλεψε καλά η αναζήτα, ήμουν σίγουρη ότι το είχαμε... κάλυψες ωραίο κενό.
(01/06/11)
Pirate Jenny
Αχαχαχα, το μήδι του Ανχελίτο, απίστευτο!

Σημειώνω ότι η κυρία Σοφία είναι παντελώς φανταστικό πρόσωπο, και ναι μεν δεν την είχα οπτικοποιήσει έτσι, αλλά τώρα πια κατοχυρώθηκε. :-Ρ
 

2. σφάζω

Ορισμός: 11
Λήμμα: 11
Ανοίγω (γεμάτο και σφραγισμένο) μπουκάλι με ποτό. Αυτό μπορεί να είναι απλώς ένα κόκκινο ουισκάκι ή, κυρίως, ένα πιο σπέσιαλ, είτε σαραντάρι είτε κρασί, κάτι που κρατούσα για περιπτώσεις σαν κι αυτή.

Μάλλον δεν λέγεται όταν ανοίγουμε μπουκάλι σε μαγαζί - το μπουκάλι πρέπει να ανασύρεται από το προσωπικό μας απόθεμα.

Παρεΐστικη χαριτωμενιά που θυμίζει παλαιότερες εποχές: ότι και καλά «σφάζω μια κότα» ή τον μόσχο τον σιτευτό για να το 'φχαριστηθούμε όλοι. Ή καμιά ρέγγα.
- Φίλε δεν αρχίζουμε με κάνα ξίδι σιγά-σιγά; Καμιά μπυρίτσα παίζει;
- Μπυρίτσα λες; Ή να σφάξουμε ένα γκλένφιντιχ δωδεκάρι που έφερε ο κουμπάρος;
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  patsis την: 10/09/11
 
Σχόλια [8]
(10/09/11)
sstteffannoss
Εγώ λέω συχνότατα τα «σφάξε καμιά κονσέρβα» / «σφάξε κανά Rio Mare» όταν προτείνω κάτι πρόχειρο για φαγητό (ακριβώς όπως το εννοείς στο θα σφάξω ρέγγα.

Νομίζω δε, πως μ' αυτή τη λογική, το θα σφάξω ρέγγα έχει τη ρίζα του στο ό,τι οι ρέγγες είναι από τα ψάρια που πολύ εύκολα συναντάς σε μορφή κονσέρβας.

Οπότε και το σφραγισμένο μπουκάλι.
(10/09/11)
ironick
άλλος που άρχισε να κλέβει από τα πρόχειρά μας... καλάαααα
(10/09/11)
vikar
Το σφάζω λέγεται όντως γενικότερα. Όπως λέει ο πάτσις, συνήθως για πράγματα μέν που τ' αφήνεις λίγο-πολύ για εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλα όχι μόνο για ποτά: φαγητά, γλυκά, πούρα, ναρκωτικά... Ίσως και για αναλώσιμα που δέν καταναλώνει (τρώει, πίνει, καπνίζει...) κανείς, άν και δέν τό 'χω ακούσει έτσι απ' ότι μπορώ να σκεφτώ.
(10/09/11)
patsis
Το «σαραντάρι» ρε παιδιά μόνο δικό μου είναι; Προσπαθώ καιρό να το εντοπίσω στο διαδίκτυο ή ρωτώντας κόσμο αλλά δεν παίζει.

Αν είναι όντως δημιουργία δική μου είμαι περήφανος για την πάρτη μου και με γουστάρω πολύ γιατί είναι μια χρήσιμη λέξη: Είναι τα ποτά του εμπορίου με 40% αλκοόλ (ουίσκι, βότκα, τζιν, ρούμι, ίσως τεκίλα, δεν θυμάμαι). Όλα αυτά έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά και βοηθάει να έχουν μία λέξη. Δηλαδή αν μιλάμε για διασκέδαση, στο μυαλό μου είναι χοντρικά: α. οι νορμάλ μπύρες (4-5% αλκοόλ), β. τα κρασιά (περίπου 10-15), γ. τα σαραντάρια, δ. τα πιο δυνατά (τίποτα ρούμια μυστήρια, δυνατα τσίπουρα, τεκίλες δολοφονικές) και ε. τα μια κατηγορία από μόνα τους (οι δυνατές μπύρες, η ursus, η north).

Παίζουν και τα spaceοειδή αλλά έχω να πιω τέτοιο από το Λύκειο.

Τεσπά, την λέξη «σαραντάρι» την έχετε ακούσει εσείς;
(10/09/11)
vikar
Εγώ τσούκ.
(10/09/11)
ironick
το σφάζω το λέμε και για μια τούρτα, ή γενικά για ένα έδεσμα το οποίο κανείς δεν τολμά να αγγίξει πρώτος από και καλούα ευγένεια.

Συνέχειά του (αναλόγως του τι σφάζεται): ισιώνω.
(10/09/11)
patsis
Α, ξέχασα, αν είναι famous grouse το αστειάκι ολοκληρώνεται: «θα σφάξω μια πέρδικα».
(11/09/11)
Vrastaman
Συνώνυμο: σφίγγω.