1. σπαρίλα

Ορισμός: 6
Λήμμα: 6
Η απόλυτη ανία, βαρεμάρα, έλλειψη κινήτρου και όρεξης για οποιαδήποτε κίνηση ή μετακίνηση. Πιθανώς προέρχεται από τον σπάρο, κατά τα λεγόμενα, το πιο βαρεμένο ψάρι της θάλασσας.
Πρωινή/κυριακάτικη σπαρίλα, μ' έχει πιάσει σπαρίλα, τον έφαγε η σπαρίλα κτλ.
Από:  kiro την: 12/02/08
 
Σχόλια [4]
(12/07/09)
Ο ΑΛΛΟΣ
Όντως, βγαίνει από το σπάρο. Δεν ξέρω για τις συνήθειές του (αν και είναι από τα ελάχιστα ψάρια που ξέρω να αναγνωρίσω η άχρηστη πληροφορία της ημέρας), αλλά η λέξη σπάρος χρησιμοποιόταν με την έννοια τεμπέλης παλιότερα. Θυμάμαι ότι το είχα δει σ' ένα βιβλίο, όχι πιο πρόσφατο από τη δεκαετία '50. Η αλήθεια είναι ότι το βιβλίο αναφερόταν σε μία κατασκήνωση, και οι κατασκηνώσεις (τουλάχιστον η συγκεκριμένη, από την οποία πέρασα κι εγώ πολλές δεκαετίες αργότερα) έχουν τη δική τους αργκό. Αλλά δε νομίζω ο σπάρος να λεγόταν μόνο από κατασκηνωτές και η σπαρίλα να απέκτησε πανελλήνια διάδοση.
(13/07/09)
Ο ΑΛΛΟΣ
Ωχ! Μαγικό! Τώρα τα λυγξ μπαίνουν μόνα τους!

Για να ξαναδοκιμάσω...

μουνί καλλιγραφία, μπαφόσπιτο, απολελέ και τρελελέ...
(13/07/09)
Ο ΑΛΛΟΣ
Δεν έπιασε...
(13/07/09)
jesus
μήπως έβαλες τη φράση σε αγκύλες;; το [λήμμα] πιάνει όταν το βάλεις ακριβώς όπως έχει καταχωρισθεί.