1. τραμπάκουλο

Ορισμός: 4
Λήμμα: 3
Κυριολεκτικά: το ογκώδες και αργό ιστιοφόρο.

Μεταφορικά αν πούμε παθαίνω τραμπάκουλο θα πει ότι ταράζομαι, τρώω πακέτο, παθαίνω ζημιά.

Λέξη ιταλικής προελεύσεως από το trabaccolo
- Βγήκατε τελικά με εκείνα μουνιά χθες;
- Δε σε είπανε οι άλλοι τι έγινε ρε; Ήταν κάτι μοσχάρια και οι τρεις, η μία πιο άσχημη απο την άλλη! Πάθαμε μεγάλο τραμπάκουλο!
Από:  Detech την: 01/02/08
 
Σχόλια [2]
(04/03/09)
Dirty Talking
Και γενικότερα το μεγάλο, ογκώδες, άχαρο, κατσιβέλικο αντικείμενο, ιδίως όχημα.
(31/01/10)
poniroskylo
Μμμμ... ΟΚ, είναι το αργό καράβι και λέγεται επίσης για μια γυναίκα κάποιων κιλών που περπατάει σεινάμενη-κουνάμενη. Αλλά, το ψυχικό τραλαλά είναι έπαθα ταράκουλο, νο;