1. τραμπαλέτα

Ορισμός: 7
Λήμμα: 7
Η γκόμενα που αρέσκεται στην τραμπάλα.

Συγκεκριμένα: αυτή που καβαλάει τον αντρικό λεβιέ και τραμπαλίζεται προκαλώντας ευχαρίστηση και στον εραστή της, ο οποίος ξεκουράζεται ανάσκελα και μερικές φορές με τα χέρια πίσω από το κεφάλι σε στάση απόλυτης άνεσης.

Η ξεκωλιάρα, η πασαγαμιόλα, η χαμούρα.

Απαντά και ως «πουτσοτραμπαλέτα» ή «ψωλοτραμπαλέτα».

Επιτέλους, λίγος σεβασμός στις κυρίες που σκοτώνονται να μας ευχαριστήσουν.
Η Σίσυ είναι τραμπαλέτα ολκής. Μετά από μιά βραδιά μαζί της, θυμάσαι όλες τις παιδικές χαρές που είχες πάει μικρός.
Από:  Marco De Sade την: 14/03/09
 
 
Σχόλια [4]
(15/03/09)
Hank
Να ναι καλά, η κοπέλα! Συγκινήθηκα!
(15/03/09)
Mes
Ε, νομίζω επιβάλλεται. Μια δουλειά είναι να κάνετε και τελικά καταφέρνετε το ακατόρθωτο Αυτή; αυτή μόνο μια δουλειά δεν κάνει - εκτός αν αρχίσει την τραμπάλα οπότε την καταφέρνει ΚΑΙ αυτή.
(15/03/09)
GATZMAN
Ολα γίνονται,ε; Μόνο του σπανού τα γένια...
(15/03/09)
Vrastaman