1. τριμπούρδελο

Ορισμός: 3
Λήμμα: 4
Κάποιος πολύ χύμα, ο διάλας, αυτός που όπου πάει τα κάνει μουνί. Η πρόθεση τρι- χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση στο δεύτερο συνθετικό (τρεις φορές). Αντίστοιχες λέξεις από το ίδιο πρώτο συνθετικό τριμάλακας, τρικούβερτο, τρισκατάρατος...
- Ρε τριμπούρδελο, πότε θα τελειώσεις επιτέλους αυτή την έκθεση για τον διευθυντή; Θες να μας σουτάρει όλους;
- Χαλάρωσε ρε μεγάλε και δε μου βγαίνει και η πασιέντζα...
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  mpampiniotis την: 05/07/08
 

2. τριμπούρδελο

Ορισμός: 2
Λήμμα: 2
Χρησιμοποιείται όταν κάποιος εμπλακεί σε δυσάρεστες ή περίπλοκες καταστάσεις ή γίνει μάρτυς αυτών.
- Τι έγινε ρε Ιεροκλή;
- Άσε ρε Μνησικλή... Μ' έπιασε η Λίτσα με την πρώην μου και μας άκουσε όλη η πολυκατοικία. Τριμπούρδελο γίναμε!
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  jim την: 13/02/08
 

3. τριμπούρδελο

Ορισμός: 8
Λήμμα: 2
Είναι η σκατοκατάσταση, όταν τα πράγματα γίνονται μουνί, όταν γαμιέται ο Δίας και η Αφροδίτη, όταν τριτώνει το κακό, όταν γαμιέται το σύμπαν. Πάντα σε υπερθετικό βαθμό, βλέπε τρικούβερτο.
- Τι έπαθες ρε, χάλια σε βλέπω σήμερα!
- Άσε με ρε μαλάκα. Το πρωί τράκαρα με τη μηχανή, άργησα να πάω στη δουλειά και μου την είπανε, και όταν γύρισα στο σπίτι το βρήκα μέσα στην πλημμύρα, είχε σπάσει μια σωλήνα. Τριμπούρδελο κατάσταση σου λέω!
2 ορισμοί ακόμα · [W] tag
Από:  John Kar την: 15/05/08