slang.gr ▼
Αρχική
Νέα
FAQ
Οδηγίες Χρήσης
RSS
Χρήστες
Παλαιάς Σχολής Έκδ.
Τυχαία
Πρόσφατα
Top ▼
Ορισμοί
Λήμματα
Ορισμοί/Λήμματα
Σχολιασμένα
Με Media ▼
Πρόσφατα
Top
Άλλα ▼
Κουμπάκια
Web Μάστορες
Επικοινωνία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
#
En
1. τσανακογλείφτης
Ορισμός:
6
Λήμμα:
6
O γλοιώδης κόλακας. Tσανάκα είναι (νομίζω) το πήλινο που βάζουν το γιαούρτι.
Α, τον γελοίο, τον τσανακογλείφτη! Τι έχει βάλει στο μυαλό του πάλι;
Κατηγορίες:
Τοπικοί ιδιωματισμοί
Χαρακτηρισμοί προσώπων
[W] tag
Από:
emkrit
την: 19/02/08
poniroskylo
Σχόλια [3]
(02/06/10)
johnfistikis
επίσης συναντάται με την ίδια έννοια για να δώσει έμφαση και το «τσανακογλύφτης της μπουρζουαζίας»
(16/11/10)
poniroskylo
Τσανάκα είναι γενικά το πήλινο ή ξύλινο σκεύος. Σε σκεύη ακριβώς όπως αυτό που έχουμε συνδέσει με το παραδοσιακό γιαούρτι έβαζαν και το φαΐ των σκυλιών (
ακα
αποφάγια) τα οποία και έγλειφαν το σκεύος, την τσανάκα, μέχρι τελευταίας. Οπότε ο τσανακογλείφτης παραπέμπει στον εξαρτημένο, που ζει από τα αποφάγια, τα γουστάρει και λέει κι ευχαριστώ. Και το κόλακας σωστό είναι αλλά μάλλον είναι συμπληρωματική ιδιότητα.
(16/11/10)
jesus
το «χωρίζουμε τα τσανάκια μας» είναι σχετικό ως προς την καταγωγή, αλλά μας πρόλαβε ο τριαντά.
Σχολιασμός
Προσθ. Ορισμού
Email
Αναφορά
Upload
Ενσωμάτωση
[×]
« τσαμπουνάω
τσανιτάπου »
▼
Κατηγορίες ορισμών
Αθλητικά
Auto/Moto
Αρκτικόλεξα
Αυτοαναφορικά
Γραμματικές μορφές
Εκφράσεις
Εμφάνιση
Επαγγελματική αργκό
Internet/Τεχνολογία
Καλιαρντά
Κλασικά
Λεξιπλασίες
Λογοπαίγνια
Μουσική
Νεολογισμοί
Νύχτα
Ξενικά
Ουσίες
Ποδανά
Πρόστυχα
Ρατσιστικά
Σεξιστικά
Σεξουαλικά
Σιχαμερά
Στρατός/Σώματα ασφαλείας
Τζόγος/Παιχνίδια
TV/Διασημότητες
Τοπικοί ιδιωματισμοί
Ύβρεις
Χαρακτηρισμοί καταστάσεων
Χαρακτηρισμοί πραγμάτων
Χαρακτηρισμοί προσώπων
Χαρακτηρισμοί τόπων
Διάφορα
Ορισμοί κατάλληλοι για
όλους
ενηλίκους
Σύνδεση
Αυτόματη σύνδεση
Ξέχασα τον κωδικό μου!
Περισσότερα Λήμματα
τσάμπα είναι, τζάμπα είναι
τσάμπα λήμμα
τσαμπασίρια
τσαμπατσούλα
τσαμπέ
Τσαμπικία
Τσαμπικονήσι
τσαμπικόπτερο
τσαμπίλα
Τσαμπιολής
τσαμπιόνι
τσαμπού
τσαμπου(ρ)νάω
τσαμπουκάδες
τσαμπουκαλεμένο
τσαμπουκάς
τσαμπούκι
τσαμπουνάς, τι μου
τσαμπουνάω
τσανακογλείφτης
τσανιτάπου
τσαντάκι
τσαντάκι του σπορ μπίλυ
τσαντάκιας
τσάντζαλα μάντζαλα
τσαντιά
τσαντίλα
τσαντίρι
τσαούσα
τσαπαρί
τσαπαρτάπαρ
τσαπάς
τσαπατσούλα
τσαπέλα
τσαπερδόνα
τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρα
τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρας
τσάπινγκ
τσαπόνυχο
τσάπος