1. τσουρνεύω, τζουρνεύω
| Ορισμός: |
![]() | 9 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 9 | ![]() |
Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
βλ. και πράσο
- Και μετά, και μετά...;
- Να όπως την χαμουρεύω, με το ένα χέρι της τζουρνεύω το πορτοφόλι.... διακόσια ευρώ της λαχάνεψα...
- Να όπως την χαμουρεύω, με το ένα χέρι της τζουρνεύω το πορτοφόλι.... διακόσια ευρώ της λαχάνεψα...
Από:
nikpol την: 24/01/08
nikpol την: 24/01/082. τσουρνεύω, τζουρνεύω
| Ορισμός: |
![]() | 6 | ![]() |
| Λήμμα: |
![]() | 7 | ![]() |
1. -Έλεος... μου τσούρνεψαν εκείνο το μαύρο το στυλό...!
Από:
AN21 την: 01/08/09
AN21 την: 01/08/09



Κατηγορίες: 
