1. τσουρνεύω, τζουρνεύω

Ορισμός: 9
Λήμμα: 9
Λαχανεύω, κλέβω δηλαδή μπροστά στα μάτια κάποιου, χωρίς να με πάρει είδηση.

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
βλ. και πράσο
- Και μετά, και μετά...;
- Να όπως την χαμουρεύω, με το ένα χέρι της τζουρνεύω το πορτοφόλι.... διακόσια ευρώ της λαχάνεψα...
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  nikpol την: 24/01/08
 
Σχόλια [1]
(16/03/09)
Barcelonian
Το λένε και σαβουρώνω
 

2. τσουρνεύω, τζουρνεύω

Ορισμός: 6
Λήμμα: 7
Κλέβω κάτι, χρησιμοποιείται μόνο για αντικείμενα μικρής αξίας.
1. -Έλεος... μου τσούρνεψαν εκείνο το μαύρο το στυλό...!
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  AN21 την: 01/08/09
 
Σχόλια [1]
(28/08/09)
electron
αλλέως και σουλουμάρω