RSS

Οι τελευταίοι 30 ορισμοί παρέχονται μέσω RSS από τον ακόλουθο σύνδεσμο:

   Σύνδεσμος

 

Ακολουθεί το περιεχόμενο αυτής της στιγμής.

σους, σας, sus

Η ανεσταλμένη συγχορδία τετάρτης ή σπανιότερα δευτέρας. Από την αγγλική συντομογραφία sus < suspended (ενν. chord), που συνοδεύει το σύμβολο της συγχορδίας στη διεθνή σημειογραφία. Για παράδειγμα, η λα σους (Asus) αποτελείται από τις νότες λα-ρε-μι (ανεσταλμένη τετάρτης).

Οι σους παραδοσιακά (και σύμφωνα με την κλασική αρμονία) λύνονται στην αντίστοιχη μείζονα ή ελάσσονα συγχορδία, εξού και η ονομασία (αναστέλλουν τον μείζονα ή ελάσσονα ήχο αντίστοιχα), αλλά σε ροκ και τζαζ ιδιώματα χρησιμοποιούνται αυτόνομα χάρη στον ουδέτερο, ούτε ματζόρε ούτε μινόρε ήχο τους, είτε στοχεύοντας ακριβώς σε ανοιχτό, αμφιταλαντευόμενο ύφος, είτε για ν' αφεθεί επιπλέον χώρος στο σολίστα να ερμηνεύσει τη συγχορδία όπως του καπνίσει.

Όσο για την προφορά, οι πιτσιρικάδες της γενιάς μου λέγαμε και ακούγαμε συνήθως «σους», χωρίς καν να ξέρουμε την ετυμολογία. Τους λίγους που λέγανε «σας» τους είχαμε –δικαίως συνήθως– για ελληνικόφοβες ψωνάρες: θά 'ταν οι ίδιοι που θα σ' την έλεγαν που λες «φλάντζερ» αντί για «φλέιντζερ» ή «αλέσις» αντί για «αλίσις»...

12/03/10 (03:00)

πέμπτες

Στην κιθαριστική αργκό, πρόκειται για την ελλειπτική συγχορδία που αποτελείται από ένα διάστημα καθαρής πέμπτης και πιθανόν και οκτάβας (συνεπώς, καθαρής πέμπτης και καθαρής τετάρτης), για παράδειγμα, μι-σι ή μι-σι-μι, και παίζεται κατά κανόνα στις μπάσες χορδές. Η συγχορδία λέγεται και πάουερ κορντ (power chord), απευθείας από τα αγγλικά.

Οι πέμπτες, όπως και η σους, έχουν ουδέτερο ήχο, με την έννοια ότι δεν είναι ούτε μείζονα ούτε ελάσσονα συγχορδία εφόσον λείπει το διάστημα τρίτης. Σε αντίθεση όμως με τις σους, προτιμούνται σε ροκ και μέταλ ιδιώματα σε συνδυασμό με παραμόρφωση και συχνά με μπουκωτές, χάρη στον βαρύ και σοβαρό τους ήχο, χαρακτηριστικό των καθαρών διαστημάτων σε μπάσες συχνότητες. Eναλλακτικά μάλιστα, οι πέμπτες παίζονται συχνότατα και ανεστραμμένες, ως διαστήματα καθαρής τετάρτης δηλαδή, ή απλά τετάρτες, με παρόμοιο ηχητικό αποτέλεσμα.

Μουσικοκοινωνικό σχόλιο

Καθώς η συγχορδία έχει απλούστατη δακτυλοθεσία –δύο δάχτυλα αρκούν, μάλιστα σε εδραιωμένα εναλλακτικά κουρδίσματα, όπως στο λεγόμενο ντροπ ντι όπου η έκτη χορδή κουρδίζεται ένα τόνο χαμηλότερα στη ρε, ένα δάχτυλο αρκεί–, είναι συνήθως από τα πρώτα πράματα που μαθαίνει να παίζει ένας πιτσιρικάς στην κιθάρα, γεγονός που συνάδει με την τάση των αρχάριων κιθαριστών αυτής της ηλικίας να στρέφονται σε πανκ, ροκ και μέταλ ύφη όπου οι πέμπτες στην κιθάρα δεσπόζουν. Είναι συνηθισμένο να αλλάζει στιλ ο κιθαρίστας άρδην με το που μαθαίνει το μπαρέ, το οποίο σταδιακά οδηγεί σε χίλια δυο δαχτυλοστραμπουλήγματα και το πράμα αρχίζει να θυμίζει σκάκι.

Αυτά, για τους άπενους. Γιατί ένας μικρός Μάλμστιν δεν θα νιώσει απαραίτητα την ανάγκη να την ψάξει με περίεργα πιασίματα όταν έχει ν' ασχοληθεί με το πώς ν' ανεβοκατέβει την ταστιέρα με αρπέτζια στους χίλιους χτύπους το δευτερόλεπτο (η ζήλια να 'ταν ψώρα...).

12/03/10 (01:45)

φαλίρησε

ΠΤΩΧΕΥΣΕ καταστράφηκε οικονομικά
στα παλιά χρόνια ΠΟΛΟΙ πτωχεύσαντες οικονομικά έδεναν λίθον επί τον λαιμού των και φούνταραν εις το παλαιόν ΦΑΛΗΡΟΝ

11/03/10 (21:49)

καβλάγκουρας

Ο εντελώς ηλίθιος. Αυτός που κατά τους άλλους έχει IQ γεννητικού οργάνου ανδρός ή αγκουριού, δίχως να αποκλείεται και ο συνδυασμός των δύο. Δηλαδή IQ καυλαγγουριού.

11/03/10 (21:46)

σορτάρω

3. (Γλωσσολογία) Λέξη που χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση και διευθέτηση του περιεχόμενου σε ένα σώμα κειμένων. Χρησιμοποιείται και το αντίστοιχο ουσιαστικό «σορτάρισμα».

Ετυμολογία: Από το αγγλικό ρήμα «sort» (ταξινομώ, κατατάσσω, βάζω σε σειρά) και το ρηματικό επίθημα -αρω. Αντίστοιχα για το ουσιαστικό από το ίδιο ρήμα με το επίθημα -άρισμα.

11/03/10 (14:45)

το’ χω στη βάφτιση

Πληρέστερα: Το’ χω γραμμένο στη βάφτιση.
Ντετερμινιστική (αλλ’ όχι κισμετική) ιδιωματική έκφραση, που σημαίνει προδιαγεγραμμένη και μη αναστρέψιμη ιδιότητα προσώπου (θετική ή αρνητική).

Ως γνωστόν, τα στοιχεία που αναγράφονται στις ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως του βρέφους (π.χ. φύλο, κύριο όνομα κλπ), αλλά και του γάμου πριν ακόμα γεννηθεί (π.χ. επιλογή επωνύμου), αποτελούν αμετάκλητες δηλώσεις των γονέων, που μπορούν να αλλάξουν μόνο με δικαστική απόφαση, εκτός προδήλων εκ παραδρομής λαθών (άρθρα Κώδικα 1505 Αστικού και 782 Πολιτικής Δικονομίας).

Έτσι, ο σοφός λαός αποδίδει κάθε θετικό ή αρνητικό γνώρισμα ενός ατόμου στις προεπιλογές των γονέων για το τέκνο τους ή του νονού για το φιλιότσο του, οι οποίες θα το χαρακτηρίζουν εσαεί (βλ. επίσης εκφράσεις «τρελλός παπάς σε βάφτισε», πούστης από κούνια κλπ).

Ό γέγραπται-γέγραπται και δεν ξεγέγραπται, δηλαδή.

11/03/10 (14:19)

στριγκλιά

Ο ελληνικός εμπειρικός όρος της τεχνικής της ηλεκτρικής κιθάρας που ονομάζεται βαρβαριστί «unison bend».

Πρόκειται για την επίτευξη διακροτήματος μεταξύ μιας φιξ συχνότητας νότας που παίζεται κανονικά από φυσικό μήκος χορδής, και μιας δεύτερης από bending (λύγισμα) άλλης χορδής με διαφορά μεταξύ τους μικρότερη του ημιτονίου. Αυτό το εφέ μπορεί να επιτευχθεί σε όργανα με ευχέρεια απόδοσης ήχων με διαβάθμιση μικρότερη του ημιτονίου, δηλαδή με ευλύγιστες χορδές ή άταστα. Ωστόσο είναι διαδεδομένο και εύηχο κυρίως στην ηλεκτρική κιθάρα και με μόνο με χρήση παραμόρφωσης.

Στα (μη ηλεκτρονικά) κλειδοκύμβαλα, συναντάται σε κλασσικά κομμάτια αλλά και διασκευές σύγχρονων σόλων ηλεκτρικής κιθάρας απλά με την ταυτόχρονη προσθήκη της νότας ένα ημιτόνιο πιο κάτω.

11/03/10 (12:41)

ξύσιμο

Το ξύσιμο είναι μία ακόμη τεχνική παιξίματος της ηλεκτρικής (κατά κανόνα) κιθάρας, στην οποία ο (οι) κιθαρίστας (-ες) παίζει σε ταχύτατο ρυθμό είτε συγχορδίες πέμπτης είτε μεμονωμένες ή διπλές χορδές (στα μπάσα ή στα πρίμα) με μονοπενιά ή διπλοπενιά (alternate picking ή downstrokes), ενώ έχει τιγκάρει τα πρίμα και έχει εξαφανίσει τα μεσαία του ενισχυτή και της κιθάρας του. Το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα αυτού του παιξίματος είναι ένας οξύς, χαοτικός και ενίοτε ψυχρός ήχος, ο οποίος μπορεί να γίνει εξαιρετικά ενοχλητικός για το ανθρώπινο αυτί (για το ζωικό δεν το συζητάμε...), ιδιαίτερα σε συναυλιακό περιβάλλον ηχητικού εξοπλισμού και κάλυψης αμφιβόλου ποιότητας, ή σε παλιότερες παραγωγές μέταλ δίσκων. Το ξύσιμο αποτελεί στάνταρ χαρακτηριστικό του παιξίματος συγκροτημάτων που ανήκουν στον ακραίο χώρος τη μέταλ μουσικής, αλλά συναντάται επίσης και σε πανκ / χάρντκορ χώρους.

Το ακουστικό αποτέλεσμα του ξυσίματος περιγράφεται πολλές φορές ως τζιτζίκια.

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να γίνει μία διευκρίνηση: το ξύσιμο είναι ουσιαστικά απλά μία ακόμη εκτελεστική τεχνοτροπία, ένας άλλος τρόπος να παίξεις κάποια ριφάκια. Λόγω όμως του μεγάλου κύματος των βλακμεταλλάδικων συγκροτημάτων (και κάποιων ντεθάδικων) που χαρακτηρίζονταν σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο από την έλλειψη συνθετικής πρωτοτυπίας και ταυτότητας, όσο και από τις (συχνά τραγικές) τεχνικές τους ελλείψεις ως προς το παίξιμο τους, το ξύσιμο κατέληξε να είναι συνώνυμο της κιθαριστικής / μπασιστικής κουλαμάρας. Αναληθές και άδικον, καθότι ως τεχνική χρησιμοποιείται συχνά από κιθαρίστες και μπασίστες τόσο του μεγάλου, όσο και πιο μικρού βεληνεκούς (ασχέτως αναντιστοιχίας με το πραγματικό τους ταλέντο).

10/03/10 (23:04)

ξεπουπουλιάζω

Βασικά, γαμάω. Ειδικότερα, γαμάω μέχρις εξαντλήσεως κάποια σχετικά άβγαλτη ψωλίτσα ή, συνηθέστερα, ένα τεκνό που αφελώς νόμιζε ότι θα σπρώξει και μετά έμεινε να μονολογάει «αλλιώς τα περιμέναμε κι αλλιώς μας ήρθανε». (Παραδείγματα 1 & 2)

Νομίζω ότι η φόρτιση της λέξης έχει μια αντίφαση. Από τη μια, το πούπουλο παραπέμπει σε κάτι ανάλαφρο, έως και παιχνιδιάρικο. Από την άλλη, το πρόθεμα ξε- εδώ είναι, θα έλεγα, και στερητικό και επιτατικό - βγάζω τα πούπουλα ένα-ένα μέχρι και το τελευταίο - και, βέβαια, η ίδια η αναφορά στο πουλί (κοτόπουλο;) παραπέμπει σε κάτι αδύναμο, σε άθυρμα και στην κατά κράτος επιβολή.

Όμως, και γιατί ντε και καλά αντίφαση; Έχω ακουστά ότι στην συνεύρεση η άσκηση εξουσίας δεν αποκλείει απαραίτητα το παιχνίδι.

Άλλες μεταφορικές σημασίες της λέξης έχουν ενταχθεί στην καθομιλουμένη και στερούνται αργκοτικού ενδιαφέροντος. Π.χ. ξεπουπουλιάζω σημαίνει και εξαντλώ κάποιον οικονομικά, του τα τρώω μέχρι μίας. (Παρ. 3 & 4) Είναι επίσης και ενα μπανάλ και εύκολο κλισέ των αθλητικογράφων όταν αναφέρονται σε ευρεία ήττα μιας ομάδας που έχει κάτι φτερωτό στο όνομα ή στα σύμβολά της - λ.χ. οι δικέφαλοι αετοί ΑΕΚ και ΠΑΟΚ, οι Πετεινοί της Τότεναμ, το Περιστέρι στο μπάσκετ κ.ο.κ. (Παρ. 5)

10/03/10 (17:02)

κατοστάχορδος

Ο προγκρεσιβάς μουσικός, ως επί το πλείστον επιδειξιομανής, συνηθέστερα και απόφοιτος ή τουρίστας της μουσικής σχολής του πανεπιστημίου του Berklee κλπ.*

Το συγκεκριμένο είδος μουσικού αρέσκεται να παίζει με custom όργανα με παραπάνω χορδές, απλά για το πουλ μουρ, και χωρίζεται σε δυο υποκατηγορίες: αυτούς που πήγαν και γύρισαν από τα διάφορα Berklee άπενοι, και αυτούς που απλά έμαθαν ως φύτουκλες τα πάντα όλα και τα παίζουν όλα μαζί σε κάθε κομμάτι (Dream Theatre).
_________________
* και λοιπές πίπες

10/03/10 (13:35)

μαιηντενιά, μεϊντενιά

Κομμάτι τύπου Iron Maiden.

Και τι εννοούμε; Οι Maiden, κάνοντας αυστηρότατη κριτική (ο γράφων είναι τεράστιος fan) είναι κάτι σαν τους Πυξ Λαξ του είδους τους. Για την ακρίβεια αποτελούν το εμπορικότερο σκέλος του New Wave Of British Heavy Metal (NWOBHM) που έσκασε μύτη το σωτήριον έτος 1980 στα δισκοπωλεία. Οι άλλοι δύο εκπρόσωποι του ρεύματος αυτού κινήθηκαν είτε σε πιο ροκ ήχους (Saxon) είτε σε πιο εξεζητημένες κλίμακες (Def Leppard) και ακολούθως πιο φλώρικους ήχους (λόγω του ακρωτηριασμού του χεριού του ντράμερ κυρίως). Οι Maiden, και κυρίως ο βασικός δημιουργός και μπασίστας Steve Harris, ακολουθώντας τα βήματα του μέντορά του Phil Lynott, του ανθρώπου που έβαλε στο ροκ τις κιθάρες σε primo-secondo για πρώτη φορά (μαζί ίσως με τους Wishbone Ash), έπαιξε σε έναν άδειο χώρο και κυριάρχησε.

Οι μαιηντενιές λοιπόν έχουν τα εξής χαρακτηριστικά:
1. απλές αιολικές κλίμακες,
2. καθαρές μελωδίες, γρήγορες το πολύ μέχρι 1/16,
3. πρίμο-σεκόντο οι κιθάρες πάνω στη βασική μελωδία με καθαρό distortion (χωρίς πολλά πρίμα και ξύσιμο).

Πάντως, είναι αξιοσημείωτο, το γεγονός ότι ενώ το είδος αυτό μουσικής ήταν πρόσφορο για αντιγραφή, οι μαιηντενιές από άλλα συγκροτήματα παραμένουν μεμονωμένα κομμάτια σε κάποια άλμπουμ, και κανείς μέχρι τώρα δεν τόλμησε να βγάλει ένα ολόκληρο με ήχο maidenίζοντα.

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
Δες και -ιά.

10/03/10 (13:07)

φλαμάρω

Μετά από την τελευταία σειρά των πολύ πετυχημένων μουσικοσλάνγκ που μας ανήρτησε ο Αβάς, ερεθίστηκα και γω (εκτός από για να του φιλήσω το χέρι) για να σας παρουσιάσω το αιώνιο κουσούρι του Έλληνος τυμπανιστή, που αν δεν είναι τζαζίστας ή ντεθάς, δεν πρόκειται ποτέ να το αποβάλει!

Φλαμάρω, εκ του flam, αγγλιστί, είναι ηχομιμητικός όρος, προερχόμενος από τον άτσαλο ενδιάμεσο ήχο μπαγκετόκρουσης τόσο σε γύρισμα όσο και σε κράτημα ρυθμού με τα τομ (flam). Ουσιαστικά δηλοί την αδυναμία συγχρονισμού μεταξύ των κρούσεων τόσο του νεαρού φιλόδοξου μαθητευόμενου ντράμερ όσο και του σχεδόν συνταξιούχου ντράμερ που δεν κατόρθωσε ποτέ να ανεβεί παραπάνω σκαλιά από την πίστα στο σκυλάδικο, θες διότι άκουγε μόνο άιρον μέηντεν και κάποτε αναγκάστηκε να δουλέψει για να ζήσει, θες διότι ήταν «αμπάγκετος», θες για μια γυναίκα... Και αποτελεί μείζον πρόβλημα στην Ελλάδα, όταν νέοι, φιλόδοξοι μουσικοί συνευρίσκονται για να ξεδιπλώσουν τα ταλέντα τους και δεν παίζουν τζαζ ή προγκρέσιβ πάουερ ή ντεθ μέταλ, όπου ο τυμπανιστής δεν έχει μόνο βοηθητικό ρόλο.

Κοινώς, αν δεν είσαι τζαζίστας ή ντεθμεταλάς ντράμερ και παραμένεις ντράμερ στη μπάντα σου, τότε κάτι δεν θα πάει καλά αγόρι μου... Βαραίνεις με τον καιρό, ρουτινιάζεις, σε ντύνουν ποπ σαν κάτι κατοικίδια του σαλονιού, σε τραβάνε δεξιά κι αριστερά για φωτογραφίσεις, συνεχίζεις να κοπανάς για να ζήσεις, μένεις στην αφάνεια πίσω από τους τραγουδιάρηδες, σιγοκουνάς τον κώλο σου στο σκαμπό βλέποντας την Άννα Γούλα μπροστά να λικνίζεται γκαρίζοντας στο όφωνο, έπηξες;... Πες το όπως θες.

Στα έμπειρα αυτιά (ατσσσσς), όμως, αυτό φαίνεται, αφού... φλαμάρεις...

10/03/10 (13:02)

ξυλοκόπος

Το είδος ντράμερ που έχει δυνατό και επιβλητικό ήχο. Τυπικά χαρακτηριστικά του είναι η δύναμη σε χέρια και πόδια, οι καλοί του χρόνοι και η αντοχή του σε κουραστικά live, με συνεχόμενα δύσκολα και πολύλεπτα κομμάτια.

Οι ξυλοκόποι συνηθίζουν να παίζουν με τις μπαγκέτες ανάποδα, με το χοντρό μέρος δηλαδή και, ουκ ολίγες φορές, τις σπάνε από την δύναμη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι άγαρμποι.

Οι αντιπρόσωποι του βορειοευρωπαικού μέταλ (Γερμανία, Σκανδιναβία) έχουν να επιδείξουν πολλά τέτοια παραδείγματα ντράμερ.

10/03/10 (01:42)

άπενος

Κατά το άμπαλος, το είδος κιθαρίστα που έμαθε κιθάρα ένα καλοκαίρι της εφηβείας του για να ρίξει καμιά γκόμενα στην παραλία.

Το είδος αυτό ευδοκιμεί στις τάξεις του ελληνικού ροκ και όχι μόνο. Αναγνωρίζεται εύκολα στις περιπτώσεις όπου τυγχάνει να είναι και η φωνή το ίδιο άτομο, και η ηλεκτρακουστική κιθάρα που κρέμεται στους ώμους του είναι unplugged και χρησιμοποιείται για διακόσμηση.

Άπενοι λέγονται και οι κατεξοχήν φλωροκιθαρίστες, που περιορίζονται μόνο στα ακόρντα.

10/03/10 (01:29)

σιδηρόδρομος

Είναι τύπος ντράμερ, άριστα καταρτισμένου, που έχει εξαιρετική ικανότητα να διαβαθμίζει στο παίξιμό του το ηχόχρωμα του ταμπούρου. Αντίθετα με τις δίκασες, αλλά και τα περιφερειακά βαθέα και τομ, που θέλουν κυρίως νεύρο και δύναμη και ανεξαρτησία χεριών, το ταμπούρο –για να μπορεί να καλύψει ηχητικά το μέρος των κρουστών από μόνο του– θέλει το επονομαζόμενο μουσικό φήλινγκ. Οι ηχητικές δυνατότητες του ταμπούρου από μόνου του παρατηρούνται εύκολα σε παρελάσεις κλπ (ταμπούρλο).

Ο χαρακτηρισμός σιδηρόδρομος προκύπτει από την προσομοίωση του διαβαθμιζόμενου ήχου του ταμπούρου με τον επίσης (λόγω φαινομένου ντόπλερ) διαβαθμιζόμενο ήχο των γραμμών όταν περνάει το τρένο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ντράμερ-σιδηρόδρομου, Vinnie Appice.

10/03/10 (01:09)

έφυγε νταλίκα με καπότες για Όλυμπο

Πλατειάζουσα αναδιατύπωση του κλασικού αφορισμού γ@μιέται ο Δίας. Ο τελευταίος, σαν μόνιμος κάτοικος της κορυφής του Ολύμπου, νοείται ως αποδέκτης του φορτίου.

09/03/10 (23:15)

μπουζουκάγκουρας

Ο καθυστερημένος.

Αυτός που συχνάζει στα μπουζούκια μπας και του κάτσει καμιά χαζογκόμενα.

Συνήθως ο μπουζουκάγκουρας-μπουζουκοπίθηκος είναι ιδίας καταγωγής με τον αυστραλοπίθηκο. Αφού καθίσει σε ένα τραπέζι που χωράνε άνθρωποι στις διαστάσεις του Τζον Κόρφα και δώσει 150 ευρώ για μια φιάλη νοθευμένο τσόνι η κατεσάρ, σηκώνεται να κάνει το κομμάτι του χορεύοντας ποζεροζεϊμπέκικο, με το τσιγάρο στο στόμα και τον νταλγκά να τρέχει απ' τα μπατζάκια.

09/03/10 (10:52)

νόζις

Εκ του Albanozi (;) > nozi = νόζι.

Με την λέξη αυτή περιγράφουμε δυο πράγματα.

1. Τον άνθρωπο που κατάγεται από την γειτονική Αλβανία. Δεν είναι ρατσιστικό και μπορεί να ειπωθεί ελεύθερα.

2. Τον μπάφο εξ Αλβανίας. Συνήθως χείριστης ποιότητας, κατουρημένος, ξερός, αλλά με ένα μεγάλο ατού: την τιμή του, αφού μπορούμε να βρούμε και με 3 ευρώ το τζι. Αυτό το κάνει ιδιαίτερα δημοφιλές σε νεαρά άτομα που δεν έχουν μεγάλο budget.

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
βλ. και αλβανό

09/03/10 (01:04)

μπιτάρω

1. (Οικονομικά) Η κατάσταση στη χρηματιστηριακή αγορά όπου οι χρηματιστές δείχνουν ξαφνικό ενδιαφέρον για μια συγκεκριμένη μετοχή χωρίς εμφανείς ενδείξεις που να δικαιολογούν αυτό το ενδιαφέρον. Συνήθως χρησιμοποιείται με τη λέξη «μετοχές» αν και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μόνο του όταν αναφερόμαστε σε εταιρείες.

Ετυμολογία: Σύμμεικτη λέξη αποτελούμενη από το αγγλικό ρήμα bid (προφορά: μπιντ) με το ελληνικό ρηματικό επίθημα -άρω.

2. (Μη επίσημο) Το ρήμα κατοικώ στην τοπική λαλιά των Κυθήρων, της Κάσου και των Ιονίων νήσων.

Ετυμολογία: Εξελληνισμένη μορφή του ιταλικού ρήματος abitare που σημαίνει «κατοικώ».

09/03/10 (00:52)

στου φούρνου την κατσούλα

Όταν κάποιος δεν βρίσκει μέρος να καθίσει και ρωτάει, συνήθως με παράπονο, «και εγώ πού θα καθίσω;», οφείλει η ομήγυρις να του απαντήσει «στου φούρνου την κατσούλα».

Αγαπημένη έκφραση στις προηγούμενες γενιές, τότε που όλοι ήξεραν το σχήμα του ξυλόφουρνου, όπως διατηρείται βέβαια ακόμη σε διάφορα χωριά, αλλά πια χωρίς να έχουν και πολλές ευκαιρίες οι νέοι να συναντήσουν.

Και για να γίνει πιο κατανοητή η φράση ας εξηγήσουμε πώς έχει το σχήμα του φούρνου.

Είναι, λοιπόν, ένα μικρό θολωτό οίκημα, δεξιά και αριστερά του είναι «τα μάγουλα» και το υψηλότερο μέρος του σφαιρικού τμήματος του φούρνου λέγεται «κατσούλα».

Οπότε, η φράση αυτή είχε καθαρά σημειολογικό χαρακτήρα και παρουσίαζε με σεμνό ύφος αυτό που θα δείχναμε σήμερα με αισχρή χειρονομία.

09/03/10 (00:00)

στουντιάς

Ο ιδιοκτήτης μουσικού στούντιο (οποιουδήποτε προσανατολισμού). Ενίοτε, ως στουντιάς μπορεί να αποκαλείται (καταχρηστικά) ο υπάλληλος / ηχολήπτης / λίγο απ' όλα πίσω απ' την κονσόλα τυπάς που βρίσκεται στον χώρο, όταν ο κατεξοχήν στουντιάς την έχει κάνει (προσωρινά ή μη) για διάφορους λόγους από το στούντιο.

08/03/10 (20:39)

προβάδικο

Ως προβάδικο ορίζεται το στούντιο μουσικής που επί το πλείστον χρησιμοποιείται ως χώρος για πρόβες μουσικών συνόλων / συγκροτημάτων, τα οποία κατά κανόνα νοικιάζουν τον χώρο με το δίωρο. Κατά κανόνα, γιατί οι τιμές κυμαίνονται ανάλογα με την ποιότητα καθώς και το όνομα του στούντιο στην πιάτσα.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός πως ένα στούντιο μπορεί να χρησιμοποιείται για πρόβες δεν σημαίνει απαραίτητα πως σε αυτό δεν γίνονται ηχογραφήσεις (και αντίστροφα). Απλά, πολλοί στουντιάδες έχοντας γνώση του ότι οι ελεύθεροι χώροι για πρόβες σπανίζουν (ιδιαίτερα στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα), αλλά και πως πολλοί πλέον επιλέγουν τις σπιτικές ηχογραφήσεις (η τεχνολογία πλέον επιτρέπει την ηχογράφηση ολόκληρου δίσκου σε ένα λάπτοπ και μάλιστα με πολύ καλό τελικό ηχητικό αποτέλεσμα) προτιμούν να πλασάρουν τους χώρους τους για πρόβες. Άλλοι δε, τους διαμορφώνουν αποκλειστικά για πρόβες.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως ο χώρος ή ο στουντιακός εξοπλισμός είναι εξαιρετικής ποιότητας. Μάλλον το αντίθετο, αν και πρέπει να αναγνωριστεί πως τα μουσικά στούντιο έχουν αναβαθμιστεί σε μεγάλο βαθμό ως προς την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν στους νέους ή μη μουσικούς.

08/03/10 (20:28)

μπουκλοκάραφλος

Ο άνδρας ο έχων καράφλα, αλλά που, ως παλαιός ροκάς, συνεχίζει να συντηρεί τη χαίτη του Mel Gibson προερχόμενη από τα 80'ς. Το θέαμα που παρουσιάζει είναι από κουτό ως γελοίο, μιας και η αρχή του τριχωτού της κεφαλής του έχει μετατοπισθεί από την κορυφή του σκαλπ, λίγο πιο πάνω από το επάνω μέρος των αυτιών του. Ειδικά αν είναι και hardrock άτομο και φοράει και τίποτα μπλουζάκια «AC/DC», τότε είναι όλα τα λεφτά.

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα

08/03/10 (20:11)

χελιδόνι

Ο ψαλιδόκωλος, δηλαδή αυτός που φοράει φράκο με διχαλωτή ουρά, που θυμίζει ουρά χελιδονιού. Όταν οι πρώτοι τοιούτοι άρχισαν να φορούν τέτοια πράματα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, θεωρήθηκαν κουτόφραγκοι και φλώροι από τους φουστανελάδες μας, με αποτέλεσμα την λοιδωρία τους με παρόμοιες εκφράσεις.

Πάσα: Νίκος Σαραντάκος, βλ. εδώ.

08/03/10 (17:56)

μωσαϊκό

Αργκό της τηλεόρασης για την ηλεκτρονική παραποίηση:

1. Χαρακτηριστικών συνεντευξιαζομένου μάρτυρα που καταθέτει είτε για άλλον είτε για τον εαυτό του, προς απόκρυψη χαρακτηριστικών και διασφάλιση της ανωνυμίας του (δίκην witness protection),

2. Φυσιογνωμίας συλληφθέντος κατηγορουμένου, προ αμετακλήτου καταδίκης του, προκειμένου να μην προσβάλλεται η προσωπικότητά του (πάλι καλά),

3. Επιμάχων σημείων εντόνου περιεχομένου (π.χ. βίαιη σκηνή, κανα τσιμπουκάκι κλπ).

Θυμίζει την ηθικώτατη κάλυψη των καυτών λεπτομερειών στα «προσεχώς» ταινιών σεξ και βίας των παλιών σινεμάδων (π.χ. παλιά έβαζαν με πινέζες παπαζωτό ή συνασπισμούς στα στήθη και το γυονί της πορνοστάρ ή ακόμα και στα όπλα των καουμπόηδων).

Η προληπτική αυτολογοκρισία γίνεται για να μην εκτίθεται ο εικονιζόμενος (π.χ. να μην διασύρεται ο κατηγορούμενος, να μη φάνε λάχανο τον καρφή, να μην σκανδαλίζεται ο κοσμάκης και κυρίως για να μη φάει καμιά μηνυσούμπα το κανάλι, αν και ταυτόχρονα υποδηλώνεται τεκμήριο αληθοφάνειας της είδησης = λαυράκι = τηλεθέαση = λεφτά.

Η ηθελημένη μείωση της ποιότητας ανάλυσης της εικόνας του εμφανιζομένου (και άλλες γενικές), κάνει τη φάτσα του να μοιάζει με το παρδαλό μωσαϊκό που είχε το πάτωμα των παλιών σπιτιών μέχρι και το ’80 περίπου (μετά κυριάρχησε το πλακάκι).

Ειδικότερα, όταν κάποιος θέλει να κάνει μια βαρύγδουπη αποκάλυψη (π.χ. υπάλληλος που γνωρίζει κύκλωμα λαδωμένων υπηρεσιών, μπάτσος που «δεν εγκρίνει τις πρακτικές συναδέλφων του» κλπ) ή από «πρώτο χέρι» καταγγελία (π.χ. «περίοικος που ζει την ζοφερή καθημερινότητα» των οίκων ανοχής κλπ), ή μια τηλε-ομολογία (π.χ. μετανοημένος πρεζάκιας που εξηγεί τα αίτια που τον ώθησαν στην τοξικομανία «για να βοηθήσει τα νέα παιδιά που δεν ξέρουν πού μπλέκουν», μάνα ρέηβερ που βιώνει την απόγνωση της συγκατοίκησης με τζαζεμένο παιδί κλπ), αλλοιώνεται με τεχνικά μέσα το πρόσωπό του ή καμιά φορά και η φωνή του ή κάθεται ανάποδα σε μια πολυθρόνα και μετά τα ξερνάει όλα.

Συνήθως, τα μωσαϊκά προοιωνίζουν ένα εντελώς τετριμμένο (πια) παραμύθι (π.χ. ρεμούλες στο Δημόσιο, ναρκωτικά, αντιεξουσιαστές, παραθρησκευτικές οργανώσεις, οικογενειακά δράματα κλπ), που ελάχιστα καθηλώνει την έσχατη επαρχιακή θείτσα.

Όπως εύστοχα παρατηρούν τα Ημισκούμπρια για τα αυξημένα νούμερα τηλεθέασης που σημειώνει μια αληθινή «κατάθεση ψυχούλας»:

…Θ’ ακούσετε ιστορίες από σβέρκους κι από πλάτες, ηρωινομανείς, ορειβάτες, ζευγολάτες…
Μιζέρια-δυστυχία και πόνος τραγικός, όλα σας τα προσφέρουμε στο πακέτο του ενός!


Το μωσαϊκό χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον σε εκπομπές «αβάσταχτης αλήθειας», που ξεκίνησαν με τη Μονογενή με συνταρακτικούς τίτλους σε στυλ «Φάκελλος Σατανισμός» κλπ (όπως και άλλες ομώνυμες φακελο -εκπομπές, που έτσι προδίδουν την πηγή των πληροφοριών τους), έπειτα μας πήρε από το χέρι ο Παπαρδέλλας να γνωρίσουμε τα άγνωστα παιδιά μας (είχαμε-δεν είχαμε), μετά μας ήρθε κι εκείνο το κουνάβι που ξετρυπώνει τους εξαφανισμένους (θένε-δε θένε), συνεχίσαμε με Γρανίτα και καταλήξαμε στη ρηαλητεία.

Οι μουσικές καταδίωξης, τα επιβλητικά headlines και τα τεχνικά τερτίπια των εκπομπών (χρώμα-ήχος-εφέ), έπειθαν την κυρα-Περμαθούλα να ψελλίσει «τιπεστώρα» και το μπάρμπα-Μπρίλιο ν’ ανακλαδιστεί «τσ-τσ τι γίνεται στον κόσμο», πριν κάνουν το σταυρό τους και πάνε για ύπνο. Αλλά μπαφιάσαμε πια…

Τη σήμερον ημέρα ελάχιστοι ψευτοχορταίνουν με μωσαϊκά και φορμάικες και το λαϊκό αίτημα είναι για όλο και περισσότερο ωμή «αλήθεια» (εννοείται μόνον η σκοτεινή πλευρά της που πουλάει, αφού υπάρχουν και θετικές πλευρές της πραγματικότητας, που θάβονται γι’ αυτό το λόγο), που θυμίζει τους Ρωμαίους θεατές της αρένας που επιζητούσαν ατόφια βία (π.χ. καταργώντας την δεξιοτεχνία των μονομάχων χάριν ενός πρωτόγονου πετσοκόμματος με μπρούτα εργαλεία), κατά την περίοδο της παρακμής της αυτοκρατορίας.

Έτσι, όλο και συχνότερα απαιτείται για να ψηθεί το φιλοτηλεθεάμον κοινό, να κατατίθενται τα «εν οίκω» στο Δήμο, για αποκομιδή (μαζί με τ' άλλα απορρίμματα).

Το σύγχρονο πέρασμα σε ολοένα και πιο εξευτελιστικές εκπομπές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, παίρνοντας γραμμή από το αγγλο-αμερικάνικο πρότυπο του ξεκωλιάσματος για τα φράγκα είναι ενδεικτικό της εποχής (π.χ. έρχομαι στο σπίτι / μαγαζί σου και σου τη λέω στεγνά, όλοι το βλέπουν κι εσύ κάνεις διαφήμιση ή παίρνεις κάποιο δώρο = βγάζεις λεφτά, έρχομαι να σε βοηθήσω ως «οικονομικός σύμβουλος» και σε κάνω ρόμπα δημοσίως για να ξελασπώσεις = βγάζεις λεφτά, παίζουμε παιχνίδι γνώσεων και σε ξεμπροστιάζω ότι είσαι ασχετίλα = βγάζεις λεφτά, «επαΐοντες» ξεφτιλίζουν νέα παιδάκια λαϊκής καταγωγής σε «διαγωνισμούς ταλέντων», που πάνε μπας και ξεφύγουν από τη μιζέρια νομίζοντας μαλακωδώς ότι θα μπουν στο πάνθεον της αναγνωρισιμότητας = βγάζεις λεφτά κλπ-κλπ).
Μόνο που τώρα, η διαπόμπευση είναι face on αφού ο Μωσαϊκός Νόμος μας τελείωσε (καμπανάκι και μαλακίες δεν έχει)…

Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι το δάκρυ του ξεφτίλα πρωταγωνιστή, που όχι μόνο δεν τονε σώζει κανένα μωσαϊκό πια, ίσα-ίσα η κάμερα θα σπεύσει να ζουμάρει αδιάκριτα να τσακώσει τη γυαλάδα. No pain no gain…

Τα μαλακισμένα αντεπιχειρήματα της Υπερασπίσεως π.χ. άμα δε γουστάρεις ρε μάγκα άλλαξε κανάλι / σβήστη τη ρημάδα / αυτά θέλει ο κόσμος / ενήλικες είναι κι έχουν δώσει την συγκατάθεσή τους στην κατρακύλα- τί σε κόφτει; / οι χαζοί καλά περνάνε / κοίτα τη δουλειά σου κτλ, εξοβελίζουν τον διαμαρτυρόμενο στην (περαιτέρω) απομόνωση και την εξορία της γραφικότητας, καίτοι όλοι αυτοί (θύτες-θύματα) ψηφίζουν στις εκλογές.

Έχουμε οράμματα για τη σούφρα πολλών τέτοιων, αλλά δεν είναι της παρούσης…

07/03/10 (22:36)

πορδοδίκης

Παραφθορά του «πρωτοδίκης».

07/03/10 (19:23)

τσάντζαλα μάντζαλα

Αντικείμενα ενός χώρου ή μικροεξαρτήματα ενός εργαλείου που είτε δεν γνωρίζουμε την ονομασία τους είτε βαριόμαστε να τα αναφέρουμε ένα προς ένα.

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
Δες ακόμη καλαμπαλίκια.

07/03/10 (15:10)

εκεί που κλάνει η αλεπού

Απάντηση στην ερώτηση «πού», ειδικά όταν αυτή η ερώτηση είναι αποτέλεσμα αφηρημάδας ή απλώς πρόθεσης του έχοντος την απορία να σπάσει τα νεύρα του συνομιλητή του (τέτοιες συζητήσεις λαμβάνουν χώρα κυρίως μέσα στην οικογένεια, με πρωταγωνιστές μικρούς και μεγάλους).

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
Δες και γειώσεις.

07/03/10 (15:00)

άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες

Πράγματα απίθανα να γίνουν λόγω της φυσιολογίας τους.

Το λέμε για απίθανα, ή και ακόμα-ακόμα αδύνατον να πραγματοποιηθούν πράγματα, που ακούμε ότι έγιναν ή ότι πρόκειται να πραγματοποιηθούν.

07/03/10 (13:29)

θεός κουτσουμαδαίικος

Κάτι υπερβολικά, απίστευτα, τρομερά, ηδονικά νόστιμο!

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
Δες και θεός.

07/03/10 (06:13)