Οι τελευταίοι 30 ορισμοί παρέχονται μέσω RSS από τον ακόλουθο σύνδεσμο:
Ακολουθεί το περιεχόμενο αυτής της στιγμής.
σεξομετανάστης / σεξουαλικός μετανάστης
Σεξομετανάστης είναι ο τύπος ή η τύπισσα που μεταναστεύει για καθαρά σεξουαλικούς λόγους. Ο όρος αφοράει κατά κύριο λόγο greek hot lovers που μετά τη λήξη του πρωταθλήματος (του καλοκαιριού ντε), κάνουν τουρ και βρίσκουν τις κατακτήσεις του καλοκαιριού, εκτός έδρας. Ο βασικός λόγος είναι το σεξ, αλλά παίζει και ο βιοποριστικός διότι τα καμάκια συνήθως είναι και μπατάκια.
Κάποιες φορές ο όρος αφορά σε κοντινότερες αποστάσεις, και μέσα στην ίδια χώρα, π.χ. Αθήνα-Θεσαλονίκη, Πάτρα-Κρήτη. Σε αυτές τις περιπτώσεις αναφερόμαστε σε εσωτερική σεξομετανάστευση. Στυλ ιταλικής μετανάστευσης (νότος/βορράς) μετά τον πόλεμο.
02/09/10 (23:41)
Ένας τρόπος για να ξεφύγεις από τα προβλήματα σου είναι και αυτός. Πας στο σπίτι, φτιάχνεις τις βαλιτσούλες σου και παίρνεις το πρώτο μέσο μεταφοράς που θα βρεις μπροστά σου για το μέρος που πιστεύεις ότι θα καταπιεί τα προβλήματά σου σαν το σιφόνι της κουζίνας (ή ο,τι είναι αυτό που πιστεύει ο καθένας ότι καταπίνει πολύ και γρήγορα). Μια έκφραση που μπορεί να ειπωθεί από κάποιο άτομο...:
1. ...μετά από μια μεγάλη μαλακία.
-Τι έπαθες ρε Γιάννη; Έχεις ασπρίσει σαν το πανί.
-Μαλάκα μου, μόλις έστειλα κατά λάθος μήνυμα στην Κατερίνα λέγοντας ότι την αγαπάω και τα λοιπά και την προσφώνησα Μαρία. Την γάμησα!!!!!
-Και τι κάθεσαι ακόμη;
-Τι να κάνω;
-Ψάξε για χώρα.
2. ...μετά από κούραση λόγω εργασίας.
-Δεν τελειώνει αυτή η τεχνική έκθεση ρε φίλε. Έχω πεθάνει.
-Υπομονή αδερφέ...
-Καλά, τα λέμε. Αν δεν έχω τελειώσει μέχρι αύριο, την έκανα.
-Για πού;
-Δεν ξέρω. Έχω ήδη αρχίσει να ψάχνω για χώρα.
3. ...απειλητικά.
-Αύριο βρες τα φράγκα γιατί θα σε γαμήσω πατόκορφα.
-Δώσ' μου λίγες μέρες ακόμη. Σε παρακαλωωώ!!!
-Μέχρι το μεσημέρι να τα έχεις στο γραφείο μου αλλιώς ψάξε για χώρα.
4. ...που έχει φτάσει σε υψηλά επίπεδα απελπισίας.
-Δεν πάει άλλο φίλε. Δεν πρόκειται να βρω δουλειά ποτέ...
-Μην σε παίρνει από κάτω.
-Αααααχχχ. Ψάχνω για χώρα αδερφεεεέ...
02/09/10 (19:52)
Τo φιστίκι είναι σίγουρα το πιο σλανγκοτραγουδισμένο ξηροκάρπιο στον ντουνιά.
Σημαίνει ταυτόχρονα μικρός και μεγάλος πέοντας, γαμήσι, αρχίδι, τάπα στο μπάσκετ, σύνδεση καλωδίων, και ταλιμπάν. Στην φίλη γείτονα, fistik αποκαλείται το αμαρτωλό με κορμί-κόλαση, αυτό που σε ανασταίνει για να σε στείλει στον τάφο μιαν ώρα αρχύτερα.
Στον κατάλογο αυτό ας προστεθεί, χάριν πληρότητας, και το παιδί-φιστίκι. Πρόκειται για τον τραγικό, ανίατο και αποχαυνωμένο από την μαλακία βλάκα, αυτόν του οποίου και η ίδια η φυσιογνωμία προδίδει κλινικά συμπτώματα ιδιωτείας.
Βλ. επίσης παιδί-κουμπί, παιδί-βιολί, παιδί-μπουζούκι, κουφέτο.
02/09/10 (18:47)
Η προσπέραση πολλών οχημάτων με μία κίνηση.
02/09/10 (18:34)
Ο έχων ατημέλητη κόμη, ο μαλλιάς
Προέρχεται από τους Beatles και το πρωτοποριακό και ανατρεπτικό για την εποχή τυς κούρεμα.
02/09/10 (18:27)
Παρετυμολογημένος ,εκ του επιτυχία - επιτυχών (-ούσα, -όν ), ορισμός για το πτυχίο, πολλάκις χρησιμοποιούμενος από θειούς , θειές και γιαγιαδοπαπούδες ανά την επικράτεια οι οποίοι το λένε έτσι, και συμπεριφέρονται γενικότερα σαν να συνεννοούνται ταυτόχρονα με μυστηριώδεις τρόπους.
Ον δι άδερ χάντ λέτε να ξέρουν κάτι παραπάνω από 'μας και να εννοούν επιτοίχιο ,αφού εκεί τελικά εκεί θα καταλήξει κορνιζαρισμένο;
02/09/10 (17:32)
Ετυμολογία και διαφορετική σημασία στον άλλο ορισμό.
1. Θετικά: Η πολύ καλή κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα αντικείμενο, όταν δεν έχει φθαρεί από το χρόνο και την χρήση, όταν είναι αχρησιμοποίητο εντελώς, «με τα σελοφάν του» (πρβλ. το τούλι της μπομπονιέρας). Συνήθως αφορά μηχάνημα, αυτοκίνητο, μοτοσυκλέτα, δευτερευόντως καταστάσεις και ανθρώπους (βλ. παράδειγμα 1γ).
2. Αρνητικά: Το αλλοπρόσαλλο άτομο ή κατάσταση, το απαράδεκτο από διάφορες απόψεις. Βλ. παιδί κουφέτο. Συχνά μπαίνει μετά το ουσιαστικό που προσδιορίζει, στο ίδιο στυλ με τις εκφράσεις συνεννόηση κλαρίνο, παιδί-βιολί, παιδί-κουμπί κλπ.
3. Υπάρχει μία αναφορά που εξισώνει σημασιολογικά το κουφέτο με την καραμέλα (παρ. 3).
02/09/10 (16:54)
Καυχησιάρικη έκφραση στο τάβλι. Όταν κάποιος προηγείται θεαματικά, τότε και καλά καθησυχάζει αυτόν που χάνει ότι δεν πρόκειται να του το πάρει τριπλό, (όπως θα μπορούσε, δηλαδή, αν επετρέπετο από τους κανονισμούς του ταβλιού). Υπάρχει δηλαδή ένα πλαφόν στη συντριβή.
Χρησιμοποιείται και εκτός ταβλιού όταν θέλουμε να καθησυχαστούμε ότι υπάρχει ένα πλαφόν στη νίλα που έχουμε πάθει, ή, αντιστρόφως, να λοιδωρήσουμε τον συνομιλητή μας για την ζημιά που έφαγε. Στη ζωή βέβαια ισχύει το αντίθετο, ότι υπάρχουν πάντα και χερότερα...
02/09/10 (15:08)
Στα χρόνια της βιολογικής και όχι μόνον παρακμής του Ανδρέα Παπανδρέου, η σύζυγός του Δήμητρα άκα Μιμή Λιάνη ουσιαστικά κυβερνούσε το Ελλαδιστάν.
Μιμίκοι αποκαλούνταν τα άτομα του στενού της περιβάλλοντος που διορίζονταν σε παχυλά αμειβόμενες αργομισθίες σε τράπεζες, ΔΕΚΟ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Ο όρος έχει πλέον ιστορική και μόνον αξία.
Βλ. και ντοράκηδες.
02/09/10 (13:51)
Δάνειο εκ του γαλλικού επιθέτου petit (μικρός, μικροκαμωμένος) που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τα εξής:
1. Τις μικροκαμωμένες και λεπτές (πάντα στα πλαίσια της κομψότητας και όχι της ανορεξίας) κοπέλες ή γυναίκες. Ο χαρακτηρισμός πετίτ για άντρες είναι μάλλον σαρκαστικός, εκτός κι αν υποδηλώνει άλλα προτερήματα (πετίτ στο μάτι...).
2. Τα μικρά (αλλά όχι απαραίτητα μικροσκοπικά) σε μέγεθος αντικείμενα ή πράγματα πάσης φύσεως, ή ακόμη και τους χαμηλών διαστάσεων χώρους.
Η χρήση του πετίτ πιο γενικά χρησιμοποιείται για να δηλώσει -ενίοτε με ειρωνική διάθεση εκ μέρους του ομιλητή, ενώ άλλες φορές με έκδηλη χαριτωμενιά- τον μινιμαλισμό και την ομορφιά και χάρη που υποτίθεται πως υπάρχει στα μικρά πράγματα, με άλλα λόγια το άκρως αντίθετο του think big, δηλαδή τις διδαχές της τάσης που δηλώνει πως η ευτυχία βρίσκεται στην υπερβολή.
02/09/10 (12:47)
Ταλιμπάν αποκαλούνται τα μέλη φονταμενταλιστικής σέχτας Αφγανών ισλαμιστώνε.
Ο όρος παρείσφρησε στην εγχώρια σλανγκ, και έχει ήδη καταγραφεί με την έννοια του ριψοκίνδυνου που κάνει ταλιμπανιές, του ασυλλόγιστου, του θεούσου χριστιανοταλιμπάν, του ελλημπάν, και ταλιμπάν.
Σλανγκιστί, χρησιμοποιείται επίσης με την ευρύτερη έννοια του υπέρ το δέον πυροβολημένου ζηλωτή, ψυχάκια ή σπασίκλα. Για παράδειγμα, ταλιμπάν αποκαλούνται στον ιδιωτικό τομέα οι συνήθως νεαροί και χαμηλόμισθοι πλην φιλόδοξοι υπαλλήλοι που ξημεροβραδιάζονται στο γραφείο για να τελειώσουν σήμερα αυτό που θα μπορούσαν να τελειώσουν αύριο.
Πληθυντικός του Αραβικού طالبان (ταλίμπ), μαθητής.
02/09/10 (11:04)
Φράση που χρησιμοποιείται για να υποβαθμίσουμε τη σπουδαιότητα ενός γεγονότος ή μιας είδησης ή, γενικότερα, για να δείξουμε αδιαφορία του στυλ «νταξ μωρέ, και τί έγινε».
Συνώνυμα: τι να λέει, σιγά τα ωά, κλάιν μάιν.
02/09/10 (09:25)
Κλασική (τείνει να γίνει), καταληκτική ατάκα σλανγκοεπιχειρήματος. Σε λένε δε σε λένε Νίκο, όταν έχεις ψιλοστραβώσει με κάτι που κάποιος έχει γράψει πιο πάνω, γράφεις τη αντίθετη γνώμη σου, κολλάς αυτή την υπογραφή, και καθάρισες. Το «φιλικά» αποτελεί ένα πρόσχημα, γιατί ουσιαστικά σημαίνει «σε έχω χεσμένο» ή «μας τα σκότισες τα 'ρκίδια».
Σε αντίθεση με το Λίλιαν, που όλοι το έχουν πάρει (άνδρες γυναίκες), τον Ρένο που δεν κατάφερε να μείνει στην εταιρεία, τον Πέρη που είναι πολύ τρέντυ, ο Νίκος είναι η πιο μέϊνστριμ περσόνα που γεννήθηκε στα σχόλια των σλάνγκων. Και αυτό, γιατί ο Νίκος είναι ο αγανακτισμένος σλάνγκος, λίγο πριν εκραγεί από το δίκιο που τον πνίγει. Και όλοι έχουν βρεθεί στη θέση του, εδωνάμέσα (sic) που μπλέξαμε.
Ψυχογράφημα:
Ο Νίκος
- έχει ηλικία μεταξύ 20 και 45
- είναι μικροαστός
- γιορτάζει στις 6 Δεκεμβρίου
- παλεύει για τον επιούσιο
- τρώγεται (αλλά όχι πάντα) με τα ρούχα του
- αντέχει τον διάλογο
- περνάει πολύ ώρα στο σλανγκρ
- ήθελε να φτιάξει έναν κόσμο πιο δίκαιο όταν ήταν παιδί
- ακόμα ονειρεύεται ότι μπορεί να τον φτιάξει
- τρώει πολλά ξηροκάρπια, με τα γνωστά αποτελέσματα.
Να σημειωθεί ότι η χρήση της ατάκας από σλανγκομούνες την καθιστά αυτομάτως αδόκιμη και καταβαραθρώνει τον σλανγκαρχίδη που θα τολμούσε να πει ότι είναι απολύτως δόκιμη και ότι τη χρησιμοποιούν μόνο όσοι έχουν βαφτιστεί με το συγκεκριμένο όνομα (οι οποίοι δεν είναι και λίγοι).
πάρ' το βάλτο (από πρόχειρο): mariahomorfh
Φιλικά
Νίκος
02/09/10 (00:08)
Κανονίζουμε μπασκετάκι για Σάββατο βράδυ, ένεκα ότι μεγαλώσαμε, δουλειά σπίτι κ.λ.π. και οι εποχές που ήμασταν δεκάξι και παίζαμε κάθε μέρα φύγαν ανεπιστρεπτί. Η παρέα είναι 10 άτομα, σπανίως μαζευόμαστε ζυγός αριθμός (φαντάσου τι τραβάει ο Πλατινί), και συνήθως εμφανίζονται βία έξι άτομα.
Έλα που σήμερα μαζευτήκαμε και οι δέκα, και ο Μάκης έφερε και έναν εξτρά. Το σύνολον 11. Άντε τώρα να παίξεις μονό...
Οπότε ο Μάκης που έκανε την μαλακία, ως άλλος Κύρος Γρανάζης προτείνει να αγγαρέψουμε έναν πιτσιρικά από την απέναντι μπασκέτα (δια της βίας, γιατί είμαστε και άγριοι) και να κάνουμε (ή παίξουμε) πρωταθληματάκια. Δλδ, να κάνουμε τέσσερις ομάδες (των τριών) και να παίξουν όλες οι ομάδες εναντίον όλων, μονά στα 11, και να ανακηρυχθεί ο νικητής. Σαν τους όμιλους του champions' league ένα πράμα.
Τα πρωταθληματάκια είναι η λύση όταν υπάρχει μεγάλος αριθμός διαθέσιμων παικτών για μονό. Το τέλειο είναι τρεις εναντίον τριών. Δύο εναντίον δύο είναι ξελίγωμα μεγάλο γιατί δεν ανασαίνεις, και τέσσερις εναντίον τέσσερις έχει γρίνα γιατί πάντα κάποιος αδικείται σε πάσες και προσπάθειες... Άσε που κάποιοι κατασκηνώνουν κάτω από το καλάθι.
Τα πρωταθληματάκια αποτελούν μια Σολομώντειο λύση, διότι είναι η λύση που δυσαρεστεί λιγότερο. Σε αντίθετη περίπτωση, ή θα γαμιόταν το παιχνίδι (4vs.4), ή κάποιος θα περίσσευε.
Αυτό για τώρα που έχουμε κάποια ηλικία. Όταν ήμασταν μικροί και είχαμε κουράγιο για διπλά, συνήθως καταφεύγαμε στη λύση αυτή, διότι είτε το γήπεδο ήταν μισό, είτε γιατί η άλλη μπασκέτα ήταν πιασμένη από άλλη παρέα.
Πάρτο-βάλτο: Χότζας (από πρόχειρο).
01/09/10 (22:38)
Η σόμπα υγραερίου εξωτερικού χώρου την οποία χρησιμοποιούν στα καφενεία, μπαρζ κουτουλού, προκειμένου να μπορούν να κάθονται οι θαμώνες έξω και τον χειμώνα, εδώ στο ελλάντα που τεσπα δεν είναι και Σιβηρία.
Ονομάζεται έτσι λόγω του σχήματός της που θυμίζει μανιτάρι.
01/09/10 (22:02)
Στην μπασκετική σλανγκική είναι το μέρος του γηπέδου έμπροσθεν των δυο καλαθιών. Αλλιώς το λένε ρακέτα, χωρίς ο λόγος να είναι πλήρως κατανοητός, εκ μέρους μου τουλάστιχον.
01/09/10 (14:37)
Χαρακτηρίζει την γυναίκα που επί μονίμου βάσεως σκέφτεται και λειτουργεί με το αυτό της, φθάνοντας έως σημείου ακραίων αντικοινωνικών συμπεριφορών τύπου «να παντρέψω την κόρη μου σύντομα για να' χω χρόνο να βρω κάνα γκόμενο» ή ζητούμενη να λάβει θέση στο δίλημμα του εραστή «ή οι φίλοι σου ή εγώ, που σε αγαπάω» δεν διστάζει να απαντήσει «εσύ, αγάπη μου, εσύ...» και πάνε οι φίλοι στην ευχή...
Επιπλέον, είναι και η έντεχνη διαχειρίστρια - βιρτουόζα του αυτού της, ως σύμβολο της γυναικείας προσωπικότητας, σε καθημερινούς ελιγμούς για αποφυγή των δύσκολων καταστάσεων και για προσωπική ανέλιξη και απόκτηση αγαθών (συνήθως, άλλων προκατόχων).
Θα πρέπει να τονιστεί ότι, ως προς το πρώτο σκέλος, δεν είναι η αγάμητη ούτε η αραχνομούνα η ηρωίδα μας, η οποία ξαφνικά ηράσθη σφόδρα και αποφάσισε να απορροφηθεί στον έρωτα. Ούτε, απαραίτητα, η μητρομανής. Είναι η «πουτσόπληκτη» και, υπό οριακές προϋποθέσεις, η «σχεσάκιας» και γεννιέται με αυτά τα χαρακτηριστικά. Περίπου, αντιστοιχίζεται στον αρσενικό τύπο μουνόδουλου.Είναι δύσκολο για μένα να το αναλύσω επακριβώς. Μάλλον καμιά σλανγκοφιλενάδα θα με πιάνjει, που έχει ζήσει στο πετσί της τέτοιους χαρακτήρες.
Ως προς το δεύτερο σκέλος, προσιδιάζει στον τύπο της «γυναίκας δηλητήριο», της καταφερτζούς και της γάτας με πέταλα, που συναντάται σε κάθε οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό χώρο.
01/09/10 (10:51)
Εδώ υπάρχει βέβαια και σαφέστατα ένα παιχνίδι ηχητικό. Παίζουμε με τις λέξεις ΠΑΣΟΚ, κομμούνα και μούνα.
Και τι υπονοεί ο ποιητής με τέτοιου είδους λογοπαίγνια; Πολύ απλά είναι τα πράγματα κυρίες και κύριοι. Στις οργανώσεις τού ΠΑΣΟΚ υπάρχουν ένα σωρό νεαρά μουνάκια που εύκολα τα χτυπάς παίζοντάς το αριστερών ιδεολογιών. Με πέντε-δέκα αριστερο-αφασό-μαλακιούλες τα έχεις ρίξει και πηδήξει. Έτσι κι αλλιώς κι αυτά τα δύστυχα δε θέλουν κάτι άλλο.
Μπουζουριέρα, βιτρίνα, είναι όλο το αριστερό στυλάκι τους. Να πηδηχτούνε θέλουν τα καημένα αλλά επειδή είναι και «ντροπαλά» το παίζουν πολιτικοποιημένα στο ροζ στυλάκι.
Στο ίδιο ροζ στυλάκι πηδιώντουσαν αδιάκριτα στα τέλη των '70 και τα άλλα παρόμοια θηλυκά της οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος» τού ΚΚΕ εσωτερικού. Θυμάμαι να γινόμαστε μέλη του για να πηδήξουμε.
Αναρτήθηκε κατόπιν έκκλησης του Vrastaman.
01/09/10 (09:41)
Κλασική ατάκα προπονητών, πραγματικών ή της κερκίδας. «Βλέπω γήπεδο» σημαίνει έχω καλή αντίληψη του χώρου σε ένα ομαδικό παιχνίδι. Δηλαδή, ξέρω ανά πάσα στιγμή πού είναι οι συμπαίκτες μου (γιατί δεν βλέπω μήπως σκουντουφλήσω με την μπάλα) και επίσης ξέρω σε ποιο σημείο και με τι δύναμη πρέπει να πασάρω, ώστε να μην ξελιγώσω τον συμπαίκτη προς τον οποίο πασάρω.
Χαρακτηριστικό κάποιου που βλέπει γήπεδο είναι η ικανότητά του να βγάζει τυφλές μπαλιές. Πάσες ή σέντρες, χωρίς να έχει άμεσα οπτική επαφή με τον συμπαίκτη. Και όχι κατά τύχη στα κουτουρού (όπως καμιά φορά συμβαίνει στον Βύντρα)! Να τις θέλει.
Η ικανότητα (να βλέπει γήπεδο) που έχει κάποιος παίκτης είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που ανήκουν στην αθλητική ιδιοφυΐα (για ομαδικά αθλήματα). Χαρακτηριστικά παραδείγματα παιχταράδων με τεράστια αντίληψη χώρου είναι (ή ήταν) ο Κρόιφ, ο Φραντσέσκο Τότι και προσφάτως ο Κακά (στη μούρη σου). Στην Ελλάδα ένας παίκτης που, εκτός όλων των άλλων χαρισμάτων του (πολλά κιλά μπάλα), έβλεπε και γήπεδο, ήταν ο Βάσια. Μετά από πέντε ή έξι τρίπλες, με κάτω το κεφάλι, έβγαζε συμπαίκτη τετ α τετ με το τέρμα, και το μόνο που είχε να κάνει (ο συμπαίκτης) ήταν να φυσήξει την μπάλα μέσα.
Τώρα, η έκφραση εκτός αθλητικής σλανγκ, χρησιμοποιείται και:
- για να χαρακτηρίσει εργαζόμενους /-ες σε μπαρ. Δλδ ένας μπάρμαν γατόνι είναι αυτός που βλέπει γήπεδο, ξέρει πότε να πλησιάσει τον πελάτη, δεν αφήνει ποτέ τον πελάτη να περιμένει και πάντα βέβαια τσεκάρει με το κεφάλι ψιλά τι γίνεται γύρω από την μπάρα. Έχει δλδ τον έλεγχο.
- για να χαρακτηρίσει γκόμενες και γκόμενους που παίζουν με τα μάτια.
31/08/10 (20:31)
«- Το κούρασες μεγάλεεεεε...»
Η πιο συνηθισμένη εκφορά της συγκεκριμένης παρόλας.
Η έκφραση έχει τεράστιο πεδίο χρήσης αλλά πιο πολύ στους ακόλουθους τομείς:
- Kαμάκι: κάποιος που ψήνει μια γκόμενα τόση ώρα που μόλις τα καταφέρει, η γκόμενα θέλει αποτρίχωση.
- Aθλητισμός: κάποιος που κρατάει την μπάλα τόση ώρα που σπάει τα μπαλάκια και των συμπαικτών αλλά και των τηλεθεατών
- Πολιτική: όταν οι ομιλητές επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα και εξαντλούν μαζί με την υπομονή μας και τον χρόνο που τους δίνεται για να μιλήσουν
- Γραπτός λόγος: σεντόνια στο σλανγκ, που γενικά κουράζουν (υπάρχουν κι εξαιρέσεις).
Αυτό που εννοείται και παραλείπεται από τη φράση είναι το «πράμα»! Και για να μην το κουράσω το πράμα, σταματώ εδώ.
31/08/10 (19:18)
Ρητορική ερώτηση (εννοείται ναι, ψηφίζει). Εννοούμε ότι, παρ’ όλο που αυτός για τον οποίο μιλάμε είναι νεαρός, αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για τις άστοχες ενέργειές του. Είναι αρκετά μεγάλος ώστε οφείλει να έχει μια ελάχιστη ωριμότητα και, κυρίως, έχει στο ακέραιο την ευθύνη των πράξεών του.
Η ηλικία που μπορεί κάποιος να ψηφίζει ορίζεται με νόμο και εκφράζει την επίσημη αντίληψη του κράτους για το πότε η προσωπικότητα ενός ανθρώπου (γενικά) φτάνει στην ωριμότητα που απαιτείται για να αποφασίζει για τις τύχες της χώρας και της πόλης του (ενηλικίωση). Στην Ελλάδα είναι τα 18. Συνήθως ταυτίζεται με την ηλικία για πολλά άλλα δικαιώματα και υποχρεώσεις: δίπλωμα οδήγησης, υποχρέωση στράτευσης, η ιδιότητα του ενηλίκου κατηγορουμένου στα ποινικά δικαστήρια κλπ.
_______________________________________
Πρώτος παραδέχομαι ότι την έκφραση την άκουσα μόνο μία φορά (βλ. παράδειγμα) αλλά, επειδή ο τύπος που την χρησιμοποίησε ήταν ψιλομάγκας και μέσα στην πιάτσα από παιδί, μου φάνηκε εντυπωσιακό που διάλεξε να μιλήσει για «τυπικά» δικαιώματα κιέτσ'. Ούτε αυτός ούτε και οι υπόλοιποι από εμάς πιστεύω ότι περιμένουμε το κράτος να μας πει ποιος είναι ώριμος και ποιος όχι. Το βάρος της κουβέντας έγειρε στο ότι ο περί ου ο λόγος νεαρός θα συμπεριφερθεί με τον ίδιο ανώριμο τρόπο και σε άλλα πράγματα στην ζωή του, πράγματα που επηρεάζουν τους συνανθρώπους του και γι’ αυτό δεν πρέπει να βιαζόμαστε να του αναγνωρίσουμε ελαφρυντικά.
31/08/10 (17:09)
Πίζα ή pisa ή piza. Κατασκευή που χρησιμοποιείται στην υπαίθρια διαφήμιση. Είναι μεγαλύτερη από την ρακέτα, έχει μόνο μία ωφέλιμη όψη· αποτελείται από έναν παραλληλεπίπεδο στύλο, συχνά γειρτό σε σχέση με το έδαφος ώστε να τοποθετείται στην άκρη των δρόμων, αλλά να διατηρεί το πλαίσιο κοντύτερα σε αυτούς, φυσικά παράνομα. Ο στύλος στηρίζει το προαναφερθέν πλαίσιο που είναι αρκετά μεγάλο, τετράγωνο ή παραλληλόγραμμο (τυπικές διαστάσεις 4x3m) επί του οποίου τοποθετείται το διαφημιστικό υλικό σε μεταξοτυπία ή κάτι παραπλήσιο, πάντως αδιάβροχο, καθώς δεν θα προστατεύεται από plexiglass. Τοποθετείται κοντά σε μεγάλους οδικούς άξονες.
Αν και γράφεται συχνά με λατινικούς χαρακτήρες και λέγεται παγκοσμίως, δεν μπόρεσα να βρω ετυμολογία. Αδιευκρίνιστο παραμένει αν σχετίζεται, με οποιονδήποτε τρόπο (π.χ. τον γειρτό στύλο), με την Πίζα και τον πύργο της.
31/08/10 (13:26)
Κατασκευή που χρησιμοποιείται στην υπαίθρια διαφήμιση. Αποτελείται από έναν λεπτό στύλο, ύψους συνήθως λίγο μεγαλύτερου από το ανθρώπινο, πάνω στον οποίο στηρίζεται ένα επίμηκες πλαίσιο με δύο όψεις και την μεγάλη του διάσταση κάθετη στο έδαφος (τυπική διάσταση 1,30x2,00m). Μέσα στο πλαίσιο αναρτάται ο χάρτινος φορέας της διαφήμισης, προστατευόμενος από διάφανο plexiglass.
Προφανώς μοιάζει με ρακέτα (γαλλ. requette <ιταλ. racchetta <αραβ. rahat, βλ. ραχάτι, αδιευκρίνιστη η σχέση). Η λέξη είναι στάνταρ όρος του κλάδου.
Ρακέτες συνήθως μπαίνουν στα διαχωριστικά διαζώματα των οδών, (φυσικά παράνομα) και συνήθως πολλές-πολλές, η μία μετά την άλλη για το εφέ της επανάληψης. Βρήκα και μια αναφορά ότι ρακέτες τοποθετούνται επί του εδάφους και όχι σε στύλο, κάτι που μάλλον αφορά «καταχρηστική» χρήση του όρου.
31/08/10 (13:16)
Mπαρμπούνι - θηλ. μπαρμπούνω: μαμαδο-/γιαγιαδοσλάνγκ, χαϊδευτικός χαρακτηρισμός για κοριτσάκι, κυρίως μπεμπάκι, που είναι αφρατούλι και λαχταριστό για μαμαδο-τσιμπιές και μαμαδο-δαγκωνιές, με τσουπωτά μπουτάκια και μπρατσάκια γούτσου-γούτσου.
Ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται και για στρουμπουλά αλλά τριζάτα ζουμπουρλούδικα παστάκια που σου 'ρχεται να τα δαγκώσεις (παίζει και σε ψαροδιασταύρωση).
Τώρα γιατί το μπαρμπούνι με τα μουστάκια του μπορεί να είναι χαρακτηρισμός για λιγουρευτικά μωρά, άβυσσος η ψυχή της γιαγιάς μου και της σειράς της, το πιθανότερο επειδή το μπαρμπούνι είναι χρυσοκόκκινο κι όμορφο, νόστιμο και λαχταριστό μιαμ μιαμ.
31/08/10 (10:31)
Βρίσκομαι σε άδεια πάσας φύσης, είτε επαγγελματική, είτε στρατιωτική, είτε για λόγους υγείας, σπουδών, διακοπών κλπ, ασχέτως με το αν η άδεια αυτή λαμβάνεται νομίμως, ή απλά παίρνεται απ' τη σημαία.
Το ρήμα ξεκίνησε να χρησιμοποιείται στην στρατιωτική ιδιόλεκτο, αλλά η χρήση του επεκτάθηκε στον ευρύτερο πολιτικό βίο.
31/08/10 (10:25)
έρμα μουνιάτα πουτσαλακωθήκατε
Highlight από Σαλλλονικιό γλωσσοδέτη (βλ. παράδειγμα 1) που έκανε επιτυχία λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε βωμόλοχα. Κάτι σαν το «κοράλλι ψιλοκόραλλο και ψιλοκοραλλάκι» δηλαδή (πες το γρήγορα για να καταλάβεις!).
Εκφράζει όλον τον πόνο για την παρακμή που φέρνουν τα χρόνια που περνούν στον δύστυχο τον άνθρωπο. Εκφράζει επίσης όλη την αναπόληση των όμορφων στιγμών που ζει κανείς προτού αρχίσει να ασχολείται με έννοιες όπως «τα παιδιά μου», «πεθερικά», «αφήνω καράφλα», «αφλογιστία», «χοληστερίνη», «λογιστής», «σύνταξη», «πιεσόμετρο» και άλλα συναφή.
Παραλλαγές: όμορφα/χαμένα/καημένα/μαύρα μου νιάτα που τσαλακωθήκατε.
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΤΟΥ ΟΡΙΣΜΟΥ!
Το τραγουδάκι στο YouTube παρακάτω! Είναι η επιτομή της έννοιας και όποιος δεν το ξέρει, να το ακούσει πάραυτα!
30/08/10 (22:09)
Το μόνο που μπορεί να σταματήσει την πτώση της τρίχας είναι το πάτωμα, το μέτωπο αρχίζει σιγά-σιγά να παίρνει διαστάσεις ελικοδρομίου και για να κρύψει τα αγρογλυφικά στο πίσω μέρος του κεφαλιού, θα φορούσε άνετα το εβραϊκό σκουφάκι (αν δεν έπρεπε να κάνει και περιτομή γμτ!)...
Ο άνθρωπός μας αφήνει καράφλα. Βλέποντας κανείς το ποτήρι μισογεμάτο και όχι μισοάδειο, θα ήταν το ίδιο με το να αφήνεις μαλλιά, αν δεν ήταν το ακριβώς αντίθετο, οπότε η έκφραση χρησιμοποιείται συνήθως για (αυτό)ειρωνεία (έρμα μουνιάτα πουτσαλακωθήκατε.....)
Μια περίεργη περίπτωση είναι οι καραφλοχαίτουλες που αφήνουν μαλλί και ταυτόχρονα αφήνουν και καράφλα στα πρότυπα Ρότσα. Αλλά οι πραγματικοί αγωνιστές είναι αυτοί που αντιστέκονται μέχρι τέλους, πολεμώντας την φαλάκρα με περίτεχνα καραφλάζ όσο παραμένει στο κεφάλι τους έστω και μία τρίχα μάχιμη!
Αυτοί που πλήττονται περισσότερο από την καραφλοποίηση της κεφαλής τους είναι βέβαια οι μεταλάδες που, έχοντας πνεύμα πρόθυμο, δεν μπορούν παρόλα αυτά να συνεχίσουν να διατηρούν φουλ μαλλούρα μετά από μια κάποια ηλικία και τότε αρχίζουν να αφήνουν κάτι λειτουργικές 80s φράντζες που επιμελώς κρύβουν το ερημωμένο μέτωπο.
ΥΓ. Υπάρχει και η κατηγορία αυτών που ενώ έχουνε φουλ μαλλιά, αφήνουν καράφλα επειδή αποφασίζουν να ξυριστούν γουλί. Αυτοί δεν μας ενδιαφέρουν εδώ γιατί το κάνουν από επιλογή και δεν δεν έχουν πόνο για να τους τον παίξουμε (τον πόνο).
30/08/10 (21:57)
Η διείσδυση στο σεξ και ιδίως η ώρα του οργασμού, όπου και σκοράρεις. Και το πρωκτικό είναι γκολ, αλλά με οφσάιντ.
30/08/10 (18:59)
Στο ΔΠ υπήρχε το λήμμα από τον χάνκυ με επεξηγηματικό σχόλιο: «ποιο; αυτό! 1-0».
Σύμφωνα με τον ορισμό γαμάω θα πει μεταξύ άλλων καταστρέφω. «Μη μου γαμάς» θα πει «μη μου καταστρέφεις»: το σκηνικό όπως το ‘χω στήσει μετά από κόπο, το όνειρο, το όραμα, την ψυχολογία, τη συζήτηση, την φαντασιακή μου αυτοθέσμιση. Μπορείς να γαμήσεις σε κάποιον ό,τι μπορεί να καταστραφεί, πρακτικά (π.χ. το σπίτι - ως οικοδομή γκρεμίζεται) ή θεωρητικά (π.χ. το σπίτι - ως πιστή σύζυγος ξενογαμιέται κ.λπ.). Μπορείς να γαμήσεις την αγωνία απέναντι στο άγνωστο (...τέλος μιας ταινίας), οπότε αποκαλείσαι και σπόιλερ.
Μη μου το γαμάς: Έκκληση για έλεος προς αυτόν που έχει τη δύναμη να καταστρέψει ό,τι. Μην του το γαμάς, γιατί είναι αμαρτία από το θεό. Σα να λέμε ρίχνεις τον άλλο στο φιλότιμο (δεν αποκλείεται βέβαια η φράση να περικλείει υποβόσκουσα απειλή για συνέπειες, τ. «μη μου το γαμάς μη σε γαμήσω...»).
Μη μου το γαμάς: Λέγεται επίσης αφού ο άλλος έχει ήδη γαμήσει ό,τι (συνώνυμο: «Ε, μου το γάμησες τώρα.»). Εκφράζει δυσάρεστη έκπληξη, απογοήτευση και αποδοκιμασία, ελάχιστη ελπίδα όσον αφορά στο σώσιμο της κατάστασης έως και παραίτηση.
Το χειρότερο πάντως είναι να σου γαμάει κάποιος την ελπίδα που αφορά σε οτιδήποτε, όταν δηλαδή εσύ πιστεύεις στο νόμο του πούστη κι ο άλλος σε ψήνει ότι τελικά ισχύει ο νόμος του πούστη του Μέρφυ.
30/08/10 (18:05)
Η γνώμη.
Χρησιμοποιείται από άρρωστους τεχνο-σλανγκάδες, κυρίως λινουξάκηδες. Προέρχεται από το περιβάλλον εργασίας gnome.
30/08/10 (17:57)

