Τα κάθε λογής γυναικείο παπούτσι που σκοπό έχει να κάνει την γυναίκα να μοιάζει με στριπτιζού, βιζιτού, αγριόμουνο, σικ πλουσιέξ, τεσπα το παπούτσι που παραπέμπει σε ανεπανάληπτες στιγμές στο κρεβάτι, στο τραπέζι, στην τουαλέτα, στο αυτοκίνητο και όπου αλλού, σε βρώμικο ή υπέρκομψο γαμήσι, σε ό,τι.
Πρόκειται συνήθως για παπούτσια τα οποία αφήνουν τα δάχτυλα να φαίνονται, αλλά μπορεί, πχ, να είναι και μπότες. Πολύ συχνά δε είναι σε στυλ πλατφόρμα.
Είναι η ελληνική καθημερινή ονομασία του αστακοειδούς scyllarides latus (βλ. φωτό), η οποία προκύπτει από το ότι το ζωντανό αυτό κινείται χτυπώντας πάνω κάτω την ουρά / τον κώλο του.
Παρότι η λέξη ακούγεται και είναι επαρκώς σλανγκ, δεν απαντάται σε αμιγώς σλανγκική χρήση. Επιτρέπεται, ωσεκτουτού, κάθε αυτοσχεδιασμός.
Κωλοχτύπα θα μπορούσε λοιπόν να είναι το κωλοσκάμπιλο, το χαστούκι που σκάει ο άντρας στον κώλο της γυναίκας κατά τη διάρκεια του σεχ, ή, απλά, στο ανέβασμα της σκάλας, αντρική πρακτική που, κατά τη γνώμη της υποφαινομένης, προέρχεται από τον καιρό που ο άντρας καβαλούσε (με κάθε έννοια) το άλογό του ή τη μουλάρα του ή τον γάδαρο και έδινε και μια στα καπούλια για να πάρει μπρος το ζωντανό. Τώρα αν αρέσει αυτό στη γυναίκα ή όχι, είναι θέμα γούστου, ή και θέμα στιγμής.
Παίζει και σαν προστακτική: «Κωλοχτύπα με μωρό μου, κωλοχτύπα με!»
Επίσης κωλοχτυπιέσαι πχ σε χωματόδρομο με τζιπ.
(Η άχρηστη πληροφορία της ημέρας: το σαβουάρ βιβρ εξηγεί πως η μόνη περίπτωση κατά την οποία ο άντρας πρέπει να προηγείται της γυναίκας, είναι στις σκάλες (ανέβασμα), για έναν πολύ απλό λόγο: γιατί αλλιώς φαίνεται το βρακί της και δεν πρέπει. Πιθανόν όμως να είναι και προς αποφυγή κωλοχτυπών, λέω γω.)
1. Τώρα το καλοκαίρι, πριν βάλετε στο πιάτο σας χταποδάκι, αστακό ή κωλοχτύπα, σκεφτείτε το διπλά. Γιατί αυτά και άλλα μικρά θαλάσσια είδη απειλούνται με εξαφάνιση, κυρίως λόγω υπεραλίευσης.
από εδώ
2. - Σου έχω πει χίλιες φορές ότι μου τη σπάει να μου κάνεις κωλοχτύπες όταν ανεβαίνουμε τις σκάλες του σπιτιού μας!
- Στο κρεβάτι αλλιώς μου τά 'λεγες μωρό μου...
Υπάρχει ένας γκρεϊπφρουτοειδής καρπός, ο οποίος γίνεται και γλυκό του κουταλιού (βλ. μήδι + παρ.1.α.), που δείχνει σαν φουσκωμένος και χρησιμεύει σαν παράδειγμα για την αφράτη όψη μας.
Όταν δηλαδή έχουμε καλοκοιμηθεί ή καλoπεράσει γενικώς, το πρόσωπό μας δεν δείχνει τις ρυτίδες του και δεν είναι κομμένο (ορισμός 2), ίσα-ίσα είναι σαν του μωρού παιδιού λέμε τώρα.
Το λέει και εδώ: Φράπα: θηλ. Τα προγούλια και μαγουλάκια, τρυφερά και τροφαντά (δες μωρό), ροζ, μαλακά και γεμάτα υγεία, δείγμα πως ο άνθρωπος αυτός κοιμάται πολύ, κοιμάται συχνά, κοιμάται ήσυχος, κοιμάται μεσημέρι.
2. Άλλη ονομασία για τον (πραγματικό) φραπέ.
3. Παρατσούκλι - χαριτωμενιά για τον Φρανκ Ζάπα (βτς -όχι πως ενδιαφέρει κανέναν- τον έχω γραμμένο εκεί όπου έχω τον Σαββό).
Νονά λημμάτου: Μες, αλλά στο αυτάκι, όχι από το ΔΠ.
1.α.
Παίρνουμε 2-3 μεγάλες φράπες και τις τρίβουμε εξωτερικά να φύγει το όξινο μέρος. 2. Κόβουμε σε τετράγωνα μέτρια κομμάτια και τα ζυγίζουμε. Τα πλένουμε καλά και τα βάζουμε να βράσουν. Αλλάζουμε το νερό 2-3 φορές, στραγγίζουμε και βάζουμε σε λεκάνη με χλιαρό νερό. 3. Την επόμενη στραγγίζουμε καλά και ενώνουμε με τη ζάχαρη, βράζουμε για 5΄-10΄ και αφήνουμε στη κατσαρόλα. 4. Την επόμενη το πρωί το βράζουμε έως ότου δέσουν. Προσθέτουμε τη γλυκόζη και το λεμόνι. 5. Αφήνουμε να βράσουν 2΄-3΄ και βάζουμε σε βάζα. 6. Όταν κρυώσουν τα βάζα τα βράζουμε επί 20΄.
1.β. Άσε ρε τις πίπες που λέει, το άτομο χαλαρά την κοιμάται κανα δεκάωρο στάνταρ, δεν τον βλέπεις, φράπα είναι η μούρη του κάθε μέρα, έτσι είναι οι αϋπνίες;
1.β. Προχθές μιλούσαμε για το μπαμπιλόνι, ε να μην αφήσουμε παραπονεμένη τη φράπα. Στην Άντρο, μη βασκαθούμε, έχουμε πολλές φράπες. ( όχι μόνο στα δένδρα) Πριν χρόνια ήταν καμάρι για μια γυναίκα να τη λένε φράπα. Σήμερα μόνο όταν μας λένε: «μπράβο αδυνάτισες» χαιρόμαστε.
από εδώ
2. Δεν χτυπάς καμιά φράπα σήμερα; Βαρέθηκα τον ζεστό.
3. Το φράπα το έχω ακούσει για τον Φράνκ Ζάπα απο φάνς του.
Βγαίνει έτσι διότι μπερδεύονται μερικές φορές και το λένε μπερδεμένα δηλαδή Ζανκ Φράπα: «Βάλε κανα Φράπα, μας έπρηξες με τα σκυλάδικα»
OstySan στο σχόλιο του λήμματος φράπα.
Στον κατάλογο αυτό ας προστεθεί, χάριν πληρότητας, και το παιδί-φιστίκι. Πρόκειται για τον τραγικό, ανίατο και αποχαυνωμένο από την μαλακία βλάκα, αυτόν του οποίου και η ίδια η φυσιογνωμία προδίδει κλινικά συμπτώματα ιδιωτείας.
Η σόμπα υγραερίου εξωτερικού χώρου την οποία χρησιμοποιούν στα καφενεία, μπαρζ κουτουλού, προκειμένου να μπορούν να κάθονται οι θαμώνες έξω και τον χειμώνα, εδώ στο ελλάντα που τεσπα δεν είναι και Σιβηρία.
Ονομάζεται έτσι λόγω του σχήματός της που θυμίζει μανιτάρι.
- Μεγάλε, την πουτσίσαμε φέτος τον χειμώνα... Με την καθολική της Ξενοτέτοιας τι θα κάνουμε, μου λες; Καλά στο φαγητό, πασταδιάλα, παίρνεις το κρασί σου και βγαίνεις έξω για 'να τσιγαράκι. Με τον καφέ; Με το ποτό;
- Χμμμ... Θα κονομήσουν οι Δήμοι με τις άδειες για τραπεζάκια έξω... Ε και όλο και κανα λαμόγιο θα κάνει την αρπαχτή με τα μανιτάρια στα μαγαζιά...
- Τυχαίο; Δε νομίζω!
Και πανευρωπαϊκά παίζει το «όταν το ζώο πετάξει», στην Αγγλία και τη Γερμανία με γουρούνια, στην Γαλλία και την Ισπανία με αγελάδες, και στην (ύποπτα κοντινή σλανγκικά) Ιταλία με γαϊδάρους...
Θεκιου Mes για την πάσα από το ΔΠ.
- Ο κύριος Γενικός Διευθυντής μας δήλωσε ότι οι αυξήσεις που μας έδωσε υπερκαλύπτουν τον πληθωρισμό και είμαι πανευτυχής!
- Πετάει ο γάιδαρος, Κωστάκη;
Η γιαγιά των 700 ρεσώ δουλεύει πολύ, είναι υποαμειβόμενη και ανασφάλιστη. Είναι απόφοιτη Πανεπιστημίου, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου, μεταξύ 23 και 35 ετών.
Η γιαγιά των 700 ρεσώ δεν εμπιστεύεται κανέναν από τους παραδοσιακούς πολιτικούς φορείς της χώρας μας, ούτε τα συνδικάτα, θεωρώντας ότι έχουν αποτύχει στο έργο τους.
Κάθε βράδυ ανάβει 700 κεράκια ρεσώ και κλαίει τη μοίρα της.
Αλήθεια μήπως η υποαπασχόληση, οι χαμηλές αμοιβές και η απουσία φιλοδοξίας και δημιουργικότητας της γιαγιάς των 700 ρεσώ έχουν τις ρίζες τους στο ελληνικό πανεπιστήμιο;
Όσοι ξέρατε τη γιαγιά των 700 ρεσώ, να την ξεχάσετε. Τώρα έχουμε μια άλλη γιαγιά, των 592 ρεσώ. Είναι η γιαγιά του Ανδρέα Λοβέρδου.
Εντάσσεται στην ευρύτερη συνομοταξία των τσιγκουνοειδών, αλλά έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες που τον διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα είδη της συνομοταξίας.
Συνδυάζει μεταξύ άλλων τα σπάνια χαρίσματα της τσιγκουνιάς, καρμιριάς, ξινίλας και μούχλας. σε μια δοσολογία αξιοθαύμαστη για τη μη τύρηση του μέτρου.
Η απόλυτη κατάρρευση της ρήσης «τα πάντα εν σοφία εποίησες». Ετυμολογικά παραπέμπει σε μυτζήθρα και όλα τα μυτζηθροπαράγωγα.
Ο μιντζίρης απαντάται ελεύθερος στη φύση ή ως στέλεχος τραπεζικών, μεσιτικών, ασφαλιστικών οργανισμών, τομείς στους οποίους το προσόν της μιντζιριάς είναι περιζήτητο.
Στον ιδιωτικό τομέα, αν κάποιος αντιληφθεί ότι το αφεντικό του είναι μιντζίρης, το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να ψάξει άλλη δουλειά και να φύγει άρον άρον. Να μην κοιτάξει ποτέ πίσω του και να μην μπει στο τριπάκι αποζημίωσης από τον μιντζίρη. Είναι πιθανότερο να βγουν του σπανού τα γένια παρά κάποιος να ξεγελάσει στα λεφτά έναν μιντζίρη.
Η σύνταξη του γερο-μιντζίρη αρκεί για ζήσει μιντζιροπρεπώς για 3-4 μήνες. Τα υπόλοιπα τα αποταμιεύει για τα δύσκολα γεράματα, ώστε να έχει ένα διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στους επίδοξους μιντζιροκόμους.
Το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί είναι να είναι ο πρώτος που θα συναντήσεις το πρωί. Χειρότερος και από μαύρη γάτα.
Το καλύτερο που μπορεί να σου συμβεί είναι να τον κληρονομήσεις. Θα βρεις σπίτια, χρήματα σε λογαριασμούς και πουγκιά με κοκοράκια στο λιγδιασμένο σεντούκι. Επειδή όμως η συναναστροφή με μιντζίρη κρύβει πολλές εκπλήξεις, είναι σοβαρό το ενδεχόμενο να φας τον γέρο μιντζίρη στη μάπα και να τον κληρονομήσει κάποιος άλλος ή τελικά να σε κληρονομήσει αυτός.
ΠΡΟΣΟΧΗ, Ο μιντζίρης «δαγκώνει».
<ντριιιιν>
<ντριιιιν><ντριιιιν>
- Ποιος διάολο να είναι πρωί-πρωί Κυριακάτικα.
- Ρε συγκάτοικε, σήμερα δεν είναι 1η του μηνός;
- Ε!
- Ο σπιτονοικοκύρης θα είναι.
- Τον πούστη, τον μιντζίρη, γαμώ τα λεφτά του και τα σπίτια του. Μην του ανοίξεις του πούστη.
<ντριιιιν><ντριιιιν><ντριιιιν><ντριιιιν>
Προειδοποίηση του μαγκίτη, που σημαίνει «άσε τις μαλακίες». Τα λόγια σου, δηλαδή, πρόσεξέ τα και ξαναπές αλλιώς αυτό που είπες, ειδεμή θα γίνει της πουτάνας το κάγκελο.
Πάψε να μου κάνεις πια την πάπια
δεν τα τρώγω τέτοια χάπια.
Στρίβε λόγια κι άσε την κορόιδα
κι έλα βασανάκι για να βρεις μεράκι,
να σου σκάσω άψε-σβήσε το φιλί.
ρεφραίν:
Έλα και στρίβε τώρα λόγια μη ξηγιέσαι μ' απονιά,
μην ακουστούνε μοιρολόγια για τα 'σε στη γειτονιά.
κλπ
Στίχοι, μουσική, πρώτη εκτέλεση (1930): Γιώργος Καρράς
Μικροσκοπικά σπυθουράκια, πυκνά-πυκνά σαν αναφυλαξία, τα οποία εμφανίζονται στο δέρμα όταν ζεστάνει ο καιρός και αρχίσει η εφίδρωση. Επίσης εμφανίζονται στα μωρά, εκεί όπου φοράνε την πάνα. Μπορούν να βγουν και στο γυναικείο δέρμα γύρω από τα γεννητικά, αν πχ ερεθιστεί από καμιά σερβιέτα, ή στο δέρμα του στήθους (και στα δύο φύλα).
Δεν είναι σύγκαμα, είναι πολύ πιο ελαφρύ. Νομίζω ότι δεν είναι ούτε δερματικό νόσημα, ούτε αλλεργία, είναι απλώς σύμπτωμα της μη καλής αναπνοής του δέρματος. Οι πάνες ή οι κρέμες ή το λουράκι του ρολογιού μπουκώνουν το δέρμα όταν πιάσουν οι ζέστες και αυτό αντιδρά. Η λέξη όμως είναι απαίσια και σε κάνει να νιώθεις τελείως μωρό, ή λίγο σίχαμα, όταν ακούς να σου λένε ότι «δεν είναι τίποτα, ιδρωτσίλες είναι, θα περάσουν».
Όταν γεμίσεις ιδρωτσίλες το δέρμα γίνεται πολύ ανώμαλο, χωρίς να είναι όμως αυτό ορατό παρά μόνο από πολύ πολύ κοντά, ή υπό επιθετικό πλάγιο φωτισμό. Η αίσθηση στα χέρια, όταν χαϊδέψεις την περιοχή που έβγαλε ιδρωτσίλες, είναι σαν να έχεις άμμο στα δάχτυλα. Το δέρμα δηλαδή παύει να είναι λείο και γίνεται σαγρέ.
Λέγονται και «δρωτσίλες» και «ιδρωτήρια».Το επιστημονικό όνομα του φαινομένου μου διαφεύγει, όποιος το ξέρει ας μας το πει.
egw eixa xrhsimopoihsei to aloe vera gia ntemakigiaz alla etsouze sta matia! Kai sto swma epishs ginomoun ena xali kai miso.
Gia to maurisma omws!!! Kserw mia kopela pou to ebaze panw apo anthliako me deikth megalo (20) kai epairne super xrwma xwris na kaigetai!
προσοχή γιατί εγώ το έβαλα πάνω από 12άρι αντηλιακό γύρω στις 4 το απόγευμα, ο ήλιος έκαιγε πολύ και ναι μεν δεν κάηκα αφού φορούσα δείκτη αλλά ένιωθα από το τζελ να μην αναπνέει το δέρμα και γέμισε ιδρωτσίλες που έφυγαν το βράδυ...
(από μπλογκ)