Ορισμός: 9
Λήμμα: 8
Το απόλυτο μαχαίρι επιβίωσης (;) στη φύση (;).

Είναι ένα μεγάλο μαχαίρι με πλατιά λάμα (έχει και μια τρούπα στη μέση βλ. τηλεφωνικό διάλογο Ζήκου με γιατρέσσα), δίκοπο (ξυράφι από τη μία και πριόνι από την άλλη), με χοντρή λαβή συνήθως κούφια που περιέχει αγκίστρια-πετονιές και στην κορυφή έχει γυροσκοπικό πυξιδάκι (μη χάνεσαι κι έτσι).

Διατίθεται μαζί με σούπερ δερμάτινη θήκη, που δένει στο πόδι και κουμπώνει στη ζώνη και έχει έξτρα ενσωματωμένο θηκάκι για την ακονόπετρα (μπα και στομώσει).

Βγαίνει σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων: Πράσινο, λαδί, κυπαρισσί, φαιοπράσινο, του χαλκού, παραλλαγής κλπ και θα το βρείτε σε κάθε κατάστημα εν χρώ κεκαρμένων φυσιολατρών, που σέβεται τον εαυτό του.

Ονομάστηκε έτσι από τον αχώριστο μελαμψό σύντροφο του Ροβινσώνα Κρούσου, στην πάλη του με τα στοιχειά της φύσης (κάπου στις Αντίλλες), που πέθανε από την επάρατο πλήρης ημερών στο δημοτικό νοσοκομείο του Μπρόνξ (και ας λέει άλλα δακρύβρεχτα ο Νταφόε).

Έγινε τρελλή μόδα στα 80’ς λόγω των κλεψίτυπων ταινιών του Σταλόνε, που κόπιαρε τον ελάχιστα γνωστό Κύπριο αγωνιστή Ράμπο Ράμπου, που χρησιμοποιούσε το μαχαίρι αυτό (που θέλεις ν’ αγοράσεις), ήδη από τα 50’ς για να εξοντώνει τουρκαλέοντες, αποικιοκράτες και κομμμουνιστάς στην Μαρτυρικήν Νήσον.

Το αντίστοιχο σπαθί του Κροκοδειλάκια ελάχιστη απήχηση είχε στις μάζες, (αλλά συνέβαλε τα μάλα στις πωλήσεις δερματίνων ειδών).

Πάμπολλα μειράκια έσπευσαν να αγοράσουν το θαυματουργό κέρατο στα 80’ς (όπως έγινε και με τα γυαλιά Ray-Ban και τα dog-tags μετά το Τόπ Γκάν), ενώ σημειώθηκαν αθρόες εγγραφές παιδιών στους Προσκόπους και νεαρών στις Ειδικές Δυνάμεις, οι οποίοι όμως στην συνέχεια απογοητεύθηκαν (όπως η ΕΟΝ το ’30 και οι Άλκιμοι το ’60) όταν συνειδητοποίησαν ότι ο Παρασκευάς δεν περιλαμβάνονταν στον παρεχόμενο στάνταρ εξοπλισμό κι έπρεπε να τον αγοράσουν εξ ιδίων θυλακίων.

Όμως, η μητρική ιαχή «πού το βρήκες αυτό το πράμα διάολε», προοιώνιζε το οριστικό καταχώνιασμα του Παρασκευά στη σοφίτα μαζί με τα πλεϊμομπίλ και την αναβολή επικών ανδραγαθημάτων, επ’ αόριστον.

Όταν καταλάγιασε το κακό, οι πωλήσεις του προϊόντος παρουσίασαν πτώση και οι τιμές διαμορφώθηκαν στο 10% των αρχικών, με επίμονους τερματοφύλακες Θερμοπυλών τους συνοικιακούς αναγνώστες του Άμυνα και Διπλωματία (κλπ «επιστημονικών» περιοδικών φαιού περιεχομένου), που πάνε για κυνήγι (εντός και εκτός πόλεως)…

Συνιστάται για εξτρήμ συνθήκες επιβίωσης στην άγρια ζούγκλα της Καλοπούλας Καισαριανής και στη σαβάνα του Άλσους Παγκρατίου, ενώ στο Στρέφη προτιμώνται τα κατσαβίδια.
-Πάμε σουκού ελεύθερο στο Αγκίστρι;
-Σούπερ! Θα πάρω μαζί μου και τον Παρασκευά!
-Δε θα πάρεις κανέναν! Με τη μηχανή θα πάμε και δε γουστάρω να με γράψουνε για τρικάβαλο...
1 ορισμός ακόμα · [W] tag
Από:  HODJAS την: 13/03/10
 
 
Σχόλια [7]
(13/03/10)
AN21
Το παράδειγμα απλά κορυφαίο! Όχι οτι το υπόλοιπο πάει πίσω!
(13/03/10)
xalikoutis
Θερίο ενήμερο ο μπέτα... σπεκ!
(13/03/10)
HODJAS
Πού θα μου πας ρε κανάγια, θα σε δώσω για τριάντα γιούρια (και φιλάω και υπέροχα) :-Ρ
(13/03/10)
jesus
σταμάτα να με προδίδεις κ φίλα με.
(13/03/10)
HODJAS
Σμάτς!
(13/03/10)
HODJAS
Ο εικονιζόμενος είναι ο διαβόητος Γιαν Σμάτς (Yan Smuts).
Αυτός κι αν φιλούσε υπέροχα τ' αραπάκια τα καψερά στο Γιοχάνεσμπουργκ...
 

Ορισμός: 13
Λήμμα: 13
Πληρέστερα: Το’ χω γραμμένο στη βάφτιση.

Ντετερμινιστική (αλλ’ όχι κισμετική) ιδιωματική έκφραση, που σημαίνει προδιαγεγραμμένη και μη αναστρέψιμη ιδιότητα προσώπου (θετική ή αρνητική).

Ως γνωστόν, τα στοιχεία που αναγράφονται στις ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως του βρέφους (π.χ. φύλο, κύριο όνομα κλπ), αλλά και του γάμου πριν ακόμα γεννηθεί (π.χ. επιλογή επωνύμου), αποτελούν αμετάκλητες δηλώσεις των γονέων, που μπορούν να αλλάξουν μόνο με δικαστική απόφαση, εκτός προδήλων εκ παραδρομής λαθών (άρθρα Κώδικα 1505 Αστικού και 782 Πολιτικής Δικονομίας).

Έτσι, ο σοφός λαός αποδίδει κάθε θετικό ή αρνητικό γνώρισμα ενός ατόμου στις προεπιλογές των γονέων για το τέκνο τους ή του νονού για το φιλιότσο του, οι οποίες θα το χαρακτηρίζουν εσαεί (βλ. επίσης εκφράσεις «τρελλός παπάς σε βάφτισε», πούστης από κούνια, κλπ).

Ό γέγραπται-γέγραπται και δεν ξεγέγραπται, δηλαδή.
1. (Θετικό περιεχόμενο)

- Πέναλτυ!
- Λοιπόν, στήστο να το χτυπήσω εγώ!
- Για κάτσε ρε μάγκα, γιατί πάλι εσύ δηλαδή; Το’ χες στη βάφτιση;

2. (Αρνητικό περιεχόμενο)

- Πού πας;
- Πάω στην εφορία, με καλέσανε ξανά για έλεγχο.
- Πάλι; Τρίτη φορα μέσα σ’ ένα χρόνο, τί διάολο;
- Άσε με, με τους κερχανατζήδες! Λές και γράφω μαλάκας στο κούτελο, το’χω φαίνεται γραμμένο στη βάφτιση να με κυνηγάνε φταίω-δε φταίω...
Από:  HODJAS την: 11/03/10
 
Σχόλια [1]
(11/03/10)
HODJAS
Ο 5ος βαθμολόγησες με μηδενικό.
Σχόλιον ουδέν.
Είναι λάθος; Δεν λέγεται; Δεν ορίζεται σωστά;
Δεν το καταλαβαίνω το κόμπλεξ σου...
 

Ορισμός: 12
Λήμμα: 12
Αργκό της τηλεόρασης για την ηλεκτρονική παραποίηση:

1. Χαρακτηριστικών συνεντευξιαζομένου μάρτυρα που καταθέτει είτε για άλλον είτε για τον εαυτό του, προς απόκρυψη χαρακτηριστικών και διασφάλιση της ανωνυμίας του (δίκην witness protection),

2. Φυσιογνωμίας συλληφθέντος κατηγορουμένου, προ αμετακλήτου καταδίκης του, προκειμένου να μην προσβάλλεται η προσωπικότητά του (πάλι καλά),

3. Επιμάχων σημείων εντόνου περιεχομένου (π.χ. βίαιη σκηνή, κανα τσιμπουκάκι κλπ).

Θυμίζει την ηθικώτατη κάλυψη των καυτών λεπτομερειών στα «προσεχώς» ταινιών σεξ και βίας των παλιών σινεμάδων (π.χ. παλιά έβαζαν με πινέζες παπαζωτό ή συνασπισμούς στα στήθη και το γυονί της πορνοστάρ ή ακόμα και στα όπλα των καουμπόηδων).

Η προληπτική αυτολογοκρισία γίνεται για να μην εκτίθεται ο εικονιζόμενος (π.χ. να μην διασύρεται ο κατηγορούμενος, να μη φάνε λάχανο τον καρφή, να μην σκανδαλίζεται ο κοσμάκης και κυρίως για να μη φάει καμιά μηνυσούμπα το κανάλι, αν και ταυτόχρονα υποδηλώνεται τεκμήριο αληθοφάνειας της είδησης = λαυράκι = τηλεθέαση = λεφτά.

Η ηθελημένη μείωση της ποιότητας ανάλυσης της εικόνας του εμφανιζομένου (και άλλες γενικές), κάνει τη φάτσα του να μοιάζει με το παρδαλό μωσαϊκό που είχε το πάτωμα των παλιών σπιτιών μέχρι και το ’80 περίπου (μετά κυριάρχησε το πλακάκι).

Ειδικότερα, όταν κάποιος θέλει να κάνει μια βαρύγδουπη αποκάλυψη (π.χ. υπάλληλος που γνωρίζει κύκλωμα λαδωμένων υπηρεσιών, μπάτσος που «δεν εγκρίνει τις πρακτικές συναδέλφων του» κλπ) ή από «πρώτο χέρι» καταγγελία (π.χ. «περίοικος που ζει την ζοφερή καθημερινότητα» των οίκων ανοχής κλπ), ή μια τηλε-ομολογία (π.χ. μετανοημένος πρεζάκιας που εξηγεί τα αίτια που τον ώθησαν στην τοξικομανία «για να βοηθήσει τα νέα παιδιά που δεν ξέρουν πού μπλέκουν», μάνα ρέηβερ που βιώνει την απόγνωση της συγκατοίκησης με τζαζεμένο παιδί κλπ), αλλοιώνεται με τεχνικά μέσα το πρόσωπό του ή καμιά φορά και η φωνή του ή κάθεται ανάποδα σε μια πολυθρόνα και μετά τα ξερνάει όλα.

Συνήθως, τα μωσαϊκά προοιωνίζουν ένα εντελώς τετριμμένο (πια) παραμύθι (π.χ. ρεμούλες στο Δημόσιο, ναρκωτικά, αντιεξουσιαστές, παραθρησκευτικές οργανώσεις, οικογενειακά δράματα κλπ), που ελάχιστα καθηλώνει την έσχατη επαρχιακή θείτσα.

Όπως εύστοχα παρατηρούν τα Ημισκούμπρια για τα αυξημένα νούμερα τηλεθέασης που σημειώνει μια αληθινή «κατάθεση ψυχούλας»:

…Θ’ ακούσετε ιστορίες από σβέρκους κι από πλάτες, ηρωινομανείς, ορειβάτες, ζευγολάτες…
Μιζέρια-δυστυχία και πόνος τραγικός, όλα σας τα προσφέρουμε στο πακέτο του ενός!


Το μωσαϊκό χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον σε εκπομπές «αβάσταχτης αλήθειας», που ξεκίνησαν με τη Μονογενή με συνταρακτικούς τίτλους σε στυλ «Φάκελλος Σατανισμός» κλπ (όπως και άλλες ομώνυμες φακελο -εκπομπές, που έτσι προδίδουν την πηγή των πληροφοριών τους), έπειτα μας πήρε από το χέρι ο Παπαρδέλλας να γνωρίσουμε τα άγνωστα παιδιά μας (είχαμε-δεν είχαμε), μετά μας ήρθε κι εκείνο το κουνάβι που ξετρυπώνει τους εξαφανισμένους (θένε-δε θένε), συνεχίσαμε με Γρανίτα και καταλήξαμε στη ρηαλητεία.

Οι μουσικές καταδίωξης, τα επιβλητικά headlines και τα τεχνικά τερτίπια των εκπομπών (χρώμα-ήχος-εφέ), έπειθαν την κυρα-Περμαθούλα να ψελλίσει «τιπεστώρα» και το μπάρμπα-Μπρίλιο ν’ ανακλαδιστεί «τσ-τσ τι γίνεται στον κόσμο», πριν κάνουν το σταυρό τους και πάνε για ύπνο. Αλλά μπαφιάσαμε πια…

Τη σήμερον ημέρα ελάχιστοι ψευτοχορταίνουν με μωσαϊκά και φορμάικες και το λαϊκό αίτημα είναι για όλο και περισσότερο ωμή «αλήθεια» (εννοείται μόνον η σκοτεινή πλευρά της που πουλάει, αφού υπάρχουν και θετικές πλευρές της πραγματικότητας, που θάβονται γι’ αυτό το λόγο), που θυμίζει τους Ρωμαίους θεατές της αρένας που επιζητούσαν ατόφια βία (π.χ. καταργώντας την δεξιοτεχνία των μονομάχων χάριν ενός πρωτόγονου πετσοκόμματος με μπρούτα εργαλεία), κατά την περίοδο της παρακμής της αυτοκρατορίας.

Έτσι, όλο και συχνότερα απαιτείται για να ψηθεί το φιλοτηλεθεάμον κοινό, να κατατίθενται τα «εν οίκω» στο Δήμο, για αποκομιδή (μαζί με τ' άλλα απορρίμματα).

Το σύγχρονο πέρασμα σε ολοένα και πιο εξευτελιστικές εκπομπές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, παίρνοντας γραμμή από το αγγλο-αμερικάνικο πρότυπο του ξεκωλιάσματος για τα φράγκα είναι ενδεικτικό της εποχής (π.χ. έρχομαι στο σπίτι / μαγαζί σου και σου τη λέω στεγνά, όλοι το βλέπουν κι εσύ κάνεις διαφήμιση ή παίρνεις κάποιο δώρο = βγάζεις λεφτά, έρχομαι να σε βοηθήσω ως «οικονομικός σύμβουλος» και σε κάνω ρόμπα δημοσίως για να ξελασπώσεις = βγάζεις λεφτά, παίζουμε παιχνίδι γνώσεων και σε ξεμπροστιάζω ότι είσαι ασχετίλα = βγάζεις λεφτά, «επαΐοντες» ξεφτιλίζουν νέα παιδάκια λαϊκής καταγωγής σε «διαγωνισμούς ταλέντων», που πάνε μπας και ξεφύγουν από τη μιζέρια νομίζοντας μαλακωδώς ότι θα μπουν στο πάνθεον της αναγνωρισιμότητας = βγάζεις λεφτά κλπ-κλπ).
Μόνο που τώρα, η διαπόμπευση είναι face on αφού ο Μωσαϊκός Νόμος μας τελείωσε (καμπανάκι και μαλακίες δεν έχει)…

Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι το δάκρυ του ξεφτίλα πρωταγωνιστή, που όχι μόνο δεν τονε σώζει κανένα μωσαϊκό πια, ίσα-ίσα η κάμερα θα σπεύσει να ζουμάρει αδιάκριτα να τσακώσει τη γυαλάδα. No pain no gain…

Τα μαλακισμένα αντεπιχειρήματα της Υπερασπίσεως π.χ. άμα δε γουστάρεις ρε μάγκα άλλαξε κανάλι / σβήστη τη ρημάδα / αυτά θέλει ο κόσμος / ενήλικες είναι κι έχουν δώσει την συγκατάθεσή τους στην κατρακύλα- τί σε κόφτει; / οι χαζοί καλά περνάνε / κοίτα τη δουλειά σου κτλ, εξοβελίζουν τον διαμαρτυρόμενο στην (περαιτέρω) απομόνωση και την εξορία της γραφικότητας, καίτοι όλοι αυτοί (θύτες-θύματα) ψηφίζουν στις εκλογές.

Έχουμε οράμματα για τη σούφρα πολλών τέτοιων, αλλά δεν είναι της παρούσης…
1. - Ρε συ, έχει αφιέρωμα για ουσίες στην Πλατεία! Αυτός που μιλάει ο Αρντανιάν είναι;
- Δε μπορώ να καταλάβω, με το μωσαϊκό που του’ χουν βάλει στη μάπα
- Απ’ τη φωνή μοιάζει κάπως, δε νομίζεις;
- Σάμπως και τον έχω ακούσει ποτέ να μιλάει; Μόνο μουγκρίζει…

2. - Κοίτα τι γίνεται στον Άγιο Παντελεήμονα βρε παιδί μου, ντροπή τελοσπάντων! Μα να βαράνε αλλοδαπούς κάτω απ’ τη μύτη της αστυνομίας;
- Καλά ρε μάνα εσύ τα μωσαϊκά περίμενες, για να πάρεις χαμπάρι;
Από:  HODJAS την: 07/03/10
 
Σχόλια [22]
(07/03/10)
allivegp
γυονί; γυονί; ΓΥΟΝΙ;
(07/03/10)
HODJAS
;-)
(08/03/10)
allivegp
Α χα! Το αιδοίον στα σανσκριτικά! Γεια σου ρε Χότζα!
(08/03/10)
jesus
μην του δίνεις θάρρος του ανώμαλου.
(08/03/10)
HODJAS
Γκρρρρρ... Βαφ-βαφ!
ουίνκ ουίνκ
(08/03/10)
Πούτσαρς
Πούτσ-πούτς !
(08/03/10)
ironick
μωρό μου χότζα μου καμάρι μου, άσ' τους να λένε, ξήγα όμως στην ξανθιά που σε μοντάρισε αν όντως το θες γυονί για κάποιον λόγο... ή αν εννοείς το μουνί το μουναρέλι, να το διορθώσω να λάμψεις κι άλλο...
(08/03/10)
allivegp
Συγγνώμη που πετάγομαι σαν την πορδή, αλλά θα προτιμούσα το γυονί. Μάλιστα δε, η Βίκι το έχει καταχωρημένο σαν γιονί, με ι.
(08/03/10)
ironick
α νόμιζα ότι κάνετε πλάκα και ούτε καν το τσέκαρα! τότε απομένει να ψηφίσει το λαό αν το θέλουμε με υ ή με ι. Το υ κάτι κάνει, είναι αλήθεια.
(08/03/10)
allivegp
γυονί δαγκωτό
γθονι άρφ άρφ σβίνννννγκ
(09/03/10)
HODJAS
Εγώ μια φορά για γυονί το' βαλα, πλην όμως εναλλακτικά μπορεί και να γραφεί γηωνεί (<μάνα γή-γειώνω / ή γη + ωνούμαι κλπ), γοιονεί (<γε + οιονεί αφού το μέλλον είναι αλλού), γιονή (γι = θηλυκή αρχή στην κινέζικη φιλοσοφία + κατάληξη -ονή όπως καλλονή) κ.α.
(09/03/10)
Vrastaman
Τα μωσαϊκά χρησιμοποιούνται ευρύτατα στην Ιαπωνία όπου απαγορεύεται η απεικόνιση την ηβικής χώρας. Οι aficionados κιτρινιάρικης πορνογραφίας ξέρουν που να βρουν τον κωδικό του μωσαϊκού ώστε με freeware προγραμματάκια (πχ. το gmask) να το αφαιρέσουν. Σύμφωνα τουλάστιχον με τον φοροεισπράκτορα του μακαρίτη μπατζανάκη μιας σιαμαίας αδελφής που το έτρωγε το σουκιγιάκι εκεί όπου δεν ανατέλλει ο ήλιος.
(09/03/10)
HODJAS
Το λίγκαμ κλαίγανε...
(09/03/10)
Vrastaman
Οιονεί και το yoni...
(09/03/10)
HODJAS
quasi pulls boat
(09/03/10)
Khan
Γι΄ αυτό κάνουνε μπουκάκι, επειδή δεν επιτρέπεται να φανεί η ηβική χώρα. Είναι τρελοί αυτοί οι Ιάπωνες!
(10/03/10)
allivegp
Σεφερλίτιδα: Ποιό είναι το υποκοριστικό του φέις μπουκ; Φέις-μπουκάκι!
(10/03/10)
allivegp
Ή, το φέις-μπουκ για Κρητικούς;
(10/03/10)
MXS
(10/03/10)
Khan
Μετασοδομιστικό facebukkake κατά Vrastaman (= το να πετάς μεταδομιστικές παπαριές στα ηλεκτρονικά μέσα, σαν να εκσπερματίζεις σιφάροντας ύστερα από ομαδικό σοδομισμό).
 

Ορισμός: 11
Λήμμα: 11
(Προφέρεται: Μπαλντήρ-γ-ια όπως καινούρ-γ-ια – όχι όπως πλυντήρια).

Τουρκομερίτικη έκφραση ορισμένων περιοχών της Β. Ελλάδας, που σημαίνει (επιτιμητικά) τα γυμνά – εκτεθειμένα μέρη του σώματος ή την γύμνια εν γένει.

Προέρχεται από την τούρκικη λέξη baldir = μοσχαράκι και συνεκδοχικώς ποδαράκι μοσχαριού.

Κατ’ επέκταση το σύνθετο baldırı çıplak σημαίνει γύμνια (όπως αγγλ. stark / bollocks naked = τσιτσίδι) και σήμερα πήρε τη σημασία των ακαλύπτων μελών του σώματος ιδίως της γυναίκας.

Αντίστοιχα στην Ελλάδα, τα (unisex) γυμνά μέρη του σώματος λέμε «κρέατα» και η πλήρης γύμνια λέγεται τσιτσίδι (είτε εκ του ιταλ. cicci = βυζιά/μαστοί είτε εκ του τουρκ. çırılçıplak = θεόγυμνος είτε εκ του παιδικού τσιτσί = κρέας), ενώ ειδικώτερα για τα γεννητικά όργανα, σώζονται στη νεοελληνική λογοτεχνία τα ντροπαλά: «Άσχημα κρέατα», η «φύση», το «γένος», το «φύλο» κλπ.

Την έκφραση χρησιμοποιεί ατόφια ο Νίκος Κοεμτζής στο βιβλίο του «Το Μακρύ Ζεϊμπέκικο».
1. Ρίξε κανα χράμι, κανα πεσκίρι πάνω σου και μάσ’ τα μπαλντήρια σου, μη μας γελάει ο μαχαλάς.

2. -Τι έτσι θα μού ’ρθεις έξω;
-Γιατί, τι έχω;
-Που τά ’χεις βγάλει όλα όξω, αυτό λέω!
-Ααα! Το σχέδιο; Είναι της μόδας, έτσι τα φοράνε τώρα…
-Άμε παιδάκι μου ντύσου λέω, κι εσύ μην πουντιάσεις κι εγώ να μην τσακώνομαι με τους αρκουδόμαγκες για τα μπαλντήρια σου!
Από:  HODJAS την: 26/02/10
 
Σχόλια [12]
(26/02/10)
vikar
Τα μπαλντήρια (αλλα γιατί με ήτα; με γιώτα μάλλον, μπαλντίρια) δέν τά 'χω ξανακούσει, αλλα έχω βεβαίως ξανακούσει πολλές φορές τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό τσιπλάκης (και μάλιστα, σαρπράιζ-σαρπράιζ, περισσότερο στο θηλυκό, τσιπλάκισσα), με τη σημασία απο «χαλαρών ηθών» ώς «ξετσίπωτος» --που σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Χότζας βγάζει κάργα νόημα, νά 'ναι καλά.
(27/02/10)
allivegp
Καμιά σχέση με τον Εντουάρ Μπαλαντύρ, πρώην πρωθυπουργό της Γαλλίας;
(27/02/10)
Khan
Απλή συνωνυμία.
(27/02/10)
betatzis
Μ΄αυτά τα ξεμπρατσώματα θα γίνει καμιά φιέστα,
ή βάλε ότι σου λείπεται ή βγάλε και τα ρέστα.

Αποδίδεται στον Γ. Σουρή όταν είδε για πρώτη φορά ξεμπράτσωτη δεσποινίδα.
(27/02/10)
jesus
@μπετ: έλληνας είναι αυτός που μετέχεις της ελληνικής παιδείας.
(27/02/10)
HODJAS
Οπισθογραφώ την ρήση του Σουρή διά Μπετατζή περί της πονηρής «φιέστας», παραθέτοντας ταυτόχρονα το ρομάνικο ερωτικό: «ti sborro in testa e faciamo festa», το οποίο ερυθριώ να μεταφράσω...
(27/02/10)
jesus
βενετσιάνικο, θα σε χύσω στη μάπα κ θα το γιορτάσουμε. χονδρικά.
(27/02/10)
HODJAS
Εγώ το λέω, εσύ το ασχολιάς!
(Zecus)
(27/02/10)
jesus
πήγα να ανεβάσω αυτό κ χάθηκε:

ανακρίβεια, το sborra παίζει σε όλη την ιταλία, αλλά στη βενετία έχουν χαρακτηριστικό ρ κ το λένε όσο συχνά εμείς το μαλάκα.

όταν ο χότζας κολώνει, κάποιος πρέπει να κάνει τη βρώμικη δουλειά.
(28/02/10)
HODJAS
Εσύ κολώνιες :-Ρ
(28/02/10)
jesus
κολόνιες τζιτζιλόνης
(28/02/10)
HODJAS
Οι προέφηβοι λένε το ευφημιστικό sbobare (ακριβώς γιατί το sborra ακούγεται ιδιαίτερα χυδαίο), όπως εμείς λέγαμε μικροί π.χ. μαλέας αντί μαλάκας, την πανακόλα μου κλπ, πριν εξοικειωθούμε (δίκην ενηλικιώσεως;) με τα χριστοπαναγίδια.
 

Ορισμός: 12
Λήμμα: 12
Περιπαιχτική έκφραση, έναντι μακράς εις μάτην αναμονής τινός.

Ιδίως στο τάβλι, έχει την σημασία της ματαιοπονίας του αντιπάλου που περιμένει να απεγκλωβιστεί από εξάπορτο ή κωλυσιεργεί να την πουλέψει στη φεύγα (αφού κατά το δημώδες του φεύγα η μάνα ποτέ δεν έκλαψε).

Συναφείς κοροϊδευτικές εκφράσεις: Βάλε τα καλά σου, ετοιμάσου, περίμενε τον αγύριστο κλπ.

Η έκφραση ανάγεται στην παλιά συνήθεια του τραταρίσματος των μουσαφιρέων με γλυκό του κουταλιού (νεραντζάκι, συκαλάκι, σταφύλι, κυδώνι κλπ) όπου, κατά το τελετουργικό, καλούνταν να πουν μιαν ευχή προς τον αμφιτρύωνα μπουκωμένοι με το γλυκό, π.χ. «Και στις χαρές σας!» και καπάκι να πιουν απνευστί το νερό (κάνοντας ένα χαρακτηριστικό «άααχ!»).

Το ξύσιμο του αυτιού ή το διακριτικό ρέψιμο που ακολουθούσε, σηματοδοτούσαν την υποχρεωτική μετάβαση των γυναικών στην κουζίνα προκειμένου να επακολουθήσει «σοβαρή συζήτηση» μεταξύ των ανδρών...
1.
(Στην δημόσια υπηρεσία):
Υπάλληλος Α:
- Εσείς τί περιμένετε;
Διοικούμενος:
- Να μιλήσω στον κύριο προϊστάμενο για μια υπόθεσή μου...
Υπάλληλος Α:
- Έχει συμβούλιο ο κύριος προϊστάμενος και θ’ αργήσει. Εξ άλλου έχει πάει μια παρά τέταρτο.
Διοικούμενος:
- Δεν πειράζει, θα τον περιμένω.
- Τί να σας πω, αν δε βαριέστε...
Υπάλληλος Β που βάζει το σακάκι του:
- Εγώ λέω να περιμένετε λίγο ακόμα. Να, τώρα θα βγάλουμε και νεραντζάκι!

2.
(Τάβλι):
- Δε μου λες, αυτά τα πούλια εκεί πότε θα τα βγάλεις έξω; Τί τα κλωσάς που έχω αρχίσει το μάζεμα;
- Περιμένω να φέρεις εξάπαντος, να σε πιάσω.
- Άνοιξε το τριώδιο! Καλά περίμενε συ, τώρα θα σου βγάλω και νεραντζάκι...
- Τώρα θα φέρεις μικρομέγαλο!
- Εξάρες! Μην ανησυχείς εσύ! Παραπάνω από διπλό δεν πάει...


Σ.Σ.
1. Εξάπαντος = έξι-πέντε, όταν ο αντίπαλος είναι μαζεμένος με μια πόρτα στον άσσο στο σπίτι του παίκτη και ο τελευταίος μαζεύει κι έχει από δυο πόρτες στο 6 και στο 5 αφήνει δυο πούλια ανοιχτά, αν έχει πάνω από δυο πούλια στο 5 αφήνει ένα στο 6, αν έχει πάνω από δυο πούλια στο 6 αφήνει ένα στο 5 κλπ κι ο αντίπαλος παίζει να τον τσακώσει.
2. Μικρομέγαλο = μικρό και μεγάλο ζάρι π.χ. 6-3, έσχατη ευκαιρία ώστε ή να γκελάρει το ένα και να μείνει ανοιχτό ή να μείνει περιττός αριθμός στα πίσω και με την επομένη ν’ αφήσει κλπ.
3. «Παραπάνω από διπλό δεν πάει» = σκωπτική έκφραση (όπως και το «μέχρι διπλό πάει»), που δήθεν «καθησυχάζει» τον αντίπαλο ότι αποκλείεται να το χάσει τριπλό!
Από:  HODJAS την: 22/02/10
 
 
 

Ορισμός: 15
Λήμμα: 15
(Πάτρα): Προκαλώ σε καβγά. Πληρέστερα «την ανοίγω (σε κάποιον) σε τσαμπουκά».

Προσφιλής αργκοτική έκφραση των Πατρινών, που αναφέρεται στο εξ ίσου προσφιλές τοπικώς εξασκούμενο σπορ της κλωτσοπατινάδας.

Το έργο έχει ως εξής:

1. Κάποιος κάνει κάτι (π.χ. οδηγεί, πίνει το ποτό του κλπ) ή δεν κάνει τίποτα –απλά υπάρχει μέσα σ’ ένα χώρο ή έξω στο δρόμο. Δεν ενοχλεί κατ’ ανάγκην.
2. Ένας ή περισσότεροι Πατρινοί δε γουστάρουν (για δικούς τους λόγους).
3. Οι Πατρινοί αποφασίζουν να του την πέσουν.
4. Βρίσκουν μιαν εξευτελιστικά ευθηνή πρόφαση, για ν’ αρχίσει το πατιρντί (=«του την ανοίγουν»), συνήθως πετάνε ένα έμμεσο «σφόλι» όπως στη φυλακή (π.χ. όσοι φοράνε κασκόλ γαμιέται η μάνα τους, όλο μαλάκες κυκλοφορούνε εδώ μέσα, κοίτα κάτι πουστάκια ρε κλπ) ή και ευθέως (π.χ. Τί κοιτά ρε μαλάκα; Ψψψτ! Ε, εσύ! Ψάχνεις τίποτα; Έχουμε τίποτα ρε; / τί έχουμε; κλπ) ή φθάνουν μέχρι και του σημείου να προκαλέσουν οι ίδιοι αναίτια το θύμα (Σ.Σ. όχι απαραίτητα αφού μπορεί ν’ αποδειχθεί και αρκουδόμαγκας) σαν agent provocateur π.χ. με την δήθεν αθώα ερώτηση «Φίλε, έχεις ώρα;», όπου ο άλλος απαντά ανυποψίαστος και το επόμενο βήμα είναι «Σε ρώτησα ρε αρχίδα
5. Η συνέχεια είναι προδιαγεγραμμένη: Βρωμόξυλο μέχρι τελικής πτώσεως είτε ένας με έναν, είτε πολλοί με έναν (όπως στην Κρήτη).

Η πρόκληση μπορεί και να γίνει με εντελώς έμμεσο τρόπο, μέσω τρίτου π.χ. Εκεί που παίζεις αμέριμνα μπάσκετ, κάποιο βαλτό δεκάχρονο μαλακιστήρι έρχεται και σου χαλάει το παιχνίδι υπό τα διακριτικά όμματα του agent provocateur (λ.χ. σου διώχνει τη μπάλα, εμποδίζει μπαίνοντας στη μέση κλπ), οπότε αφού το διώξεις επανειλημμένως και σου κάνει το κουφό, για να μην του ρίξεις καμιά σφολιάτα «σκαλώνεις» τη μπάλα του μ’ ένα σουτ στο διάολο. Τότε είναι που παρεμβαίνει ο ατζέντης μας λέγοντας το στερεότυπο (πια) «Εσύ ρε πείραξες τον αδερφό μου;», ενώ μετά βεβαιότητας δεν έχει ξαναματαδεί μπροστά του το μειράκιο. Όμοια κάνουν οι Ναπολιτάνοι αλλά κι οι γυφταίοι, όταν θέλουν να προκαλέσουν μέσω κάποιου πιτσιρικά (και καταφθάνουν στο πι-και-φι δέκα ντάτσουν με νταβραντισμένους ρομά). Ακολουθεί η υπό 5 περίπτωση...

Παρόμοιες προκλήσεις ήταν (είναι;) το κακόβουλο «ρίξιμο ψιλών» (μερικώς ταυτίζεται με τη σημερινή εσκεμμένη ρίψη ακύρου) με «λυμένο το ζωνάρι» π.χ. Στέκεται κάποιος δίπλα και λέει ένας από την παρέα «Φίλε, να σου πω λίγο;», γυρίζει ο τύπος προκειμένου ν’ ακούσει και ο λέγων γυρίζει την πλάτη του και καμώνεται ότι μιλούσε στην παρέα του, λέγοντας δυνατά το χαρακτηριστικό «ψιλλλλλλή ήτανε» και χαζογελάνε με το κορόιδο. Αν στραβώσει ο τύπος, πάμε πάλι παράγραφο 5...

Βέβαια αυτό μπορεί και να καταλήξει σε φιάσκο, π.χ. μια φορά ένας φώναξε «Ταξί-ταξί!», κάποιος ταρίφας σταμάτησε, η παρέα τραγούδησε γελώντας «τα ξημερώματα» χα-χα κλπ, ο ταρίφας κατέβηκε εν ριπή και χόρτασε τον μηναριτζίκο μπουκέτο πριν προλάβουν καν οι άλλοι να κουνηθούν. Μάλιστα είπε φεύγοντας «Σφαλιάρα ήτανε»!

Ενώ εν Πάτραις υφίσταται μεγάλη γκάμα βαρύτατου και χυδαιότατου υβρεολογίου, το οποίον ανεβαίνει κρεσέντο σε μια διένεξη και θα περίμενε κανείς να εκτονώνεται η ιστορία στα λόγια (η λεκτική βία έστω δείγμα πολιτισμού ενώπιον της φυσικής), παρ’ όλα αυτά το στειλιάρι πίπτει ανηλεώς και κανείς δεν χαρίζεται σε κανέναν («δεν έχει μάνα σου-πατέρα σου», όπως λένε οι Πατρινοί).

Αντίστοιχη απρόκλητη (δηλ. κακώς εννοούμενη) τσαμπουκαλήδικη νοοτροπία στην Ελλάδα, μπορεί να βρει κανείς μόνον στα λαϊκά περίχωρα του Πειραιά, αν και τα Πειραιωτάκια ξέρουν που να σταματήσουν και σέβονται κάποια θεμελιώδη πράγματα (π.χ. ηλικία, ιδιότητα, διαφορά εντοπιότητας, περιστάσεις, αναγνώριση σφάλματος κλπ), ίσως διότι ο Πειραιάς είναι λιμάνι με ανατολικό προσανατολισμό. Οι Πατρινοί δεν χαμπαριάζουν από τέτοια.

Η βία και η επιθετικότητα (έστω και λεκτική), απαντάται ευρέως στα πληρώματα των Σωμάτων Ασφαλείας και ιδίως στο Πολεμικό Ναυτικό και στην Αστυνομία (π.χ. ξερά: Τί είσαι συ ρε; / Άδεια και δίπλωμα κλπ), όπου οι Αρβανίτες δεν σπανίζουν (όπως άλλωστε και στην Αχαΐα και στον Πειραιά)...

Όμως, η αδιακρισία της μπατσίστικης νοοτροπίας (σε κόβω με το μάτι - «σου παίρνω τον αέρα» - στη λέω - σ’ εκφοβίζω) δεν ταυτίζεται με το παλαιϊκό «χωροφυλακίστικο» ανθυποστύλ του Τσαρουχόπροκα (προτεταμένο κεφάλι με κυρτό λαιμό και πλάτες σαν γύπας σε εφόρμηση, περπάτημα μ’ ανοιχτά τα πόδια, καμαρωτός σαν φουσκωμένος διάνος, ελέγχοντας πονηρο-αυστηρά το χώρο με τα χέρια πίσω με όπτιοναλ κομπολόι ή κλειδιά αυτοκινήτου -μόνο στην επαρχία επιβιώνει πλέον), πλην όμως δεν είναι σήμερα ορατή η διαφορά δια γυμνού οφθαλμού προϊούσης της συγχώνευσης Αστυνομίας Πόλεων (μόνο σε Αθήνα-Πειραιά-Πάτρα-Κέρκυρα, ενώ στη Θεσσαλονίκη δεν ιδρύθηκε γιατί τσίνησε η Χωροφυλακή μη και της πάρουν τα πρωτεία) και Ελληνικής (τέως Βασιλικής) Χωροφυλακής το 1984.

Όπως διακρίνει κι ο Τζιμάκος: «Παλιά δεν ήξερες τί έχεις πίσω σου μην είναι μπάτσος - μην είναι χωροφυλακή; Σήμερα δεν είναι ο δεξιός ο τσαλακωμένος ο χωροφύλακας που ντρεπόσουνα, τώρα είναι αριστερός, έχει το τσεκλενάκι του, έχει ωραίους τρόπους, γράφει ΕΛ.ΑΣ πάνω στο πηλήκιο-που έχει μιαν άλλη συγκίνηση κλπ...»

Το Ζαβλάνι, τα Προσφυγικά, τα Ζαρουχλέικα, η Ανθούπολη, η Αγιασοφία, η Αγιαβαρβάρα, του Βούδ(η), παλιότερα ο Άγιος Διονύσιος, τα Ταμπάχανα και ολόκληρη η Κάτω Αχαγιά, είναι σημειωμένες με κόκκινο περιοχές των ευρύτερων Πατρών ως προς την προέλευση των επιδόξων νταήδων. Μάλιστα «περί τιμή» του αδερφού, λέγονταν μέχρι πριν καμιά 20αριά χρόνια για τις κοπέλες από Ζαρουχλέικο: «Την κοίταξες = την πήρες»...

Καίτοι τέτοιου είδους καφριλίκια συμβαίνουν μεταξύ εφήβων κατά το πλέον ή ήττον παντού στα σχολεία της Ελλάδας (π.χ. κλασσικές σχολικές διαμάχες στην Αγία Παρασκευή Αττικής, στη Γκράβα κλπ)μ αλλά και όλων των πόλεων του κόσμου, ειδικά οι Πατρινοί δείχνουν μιαν ιδιάζουσα κωλοπαιδεία που αποκρυσταλλώνεται στην επιθετική ετοιμότητα ανεξαρτήτως ηλικίας, ίσως διότι δεν ξεπέρασαν ποτέ την εφηβεία (με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό)...

Η σκληρότατη γνωστή φάρσα (με την οποίαν ωστόσο όλοι γελάσαμε), είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα των ανωτέρω περιγραφομένων. Τέλος!

Περισσότερα για την σχετική ιδιωματική χρήση του θηλυκού «την», καθώς και των «για» / «σε» / «ότι» κλπ, βλ. λήμμα την έχω.

Σ.Σ. Δυστυχώς για την μερίδα των πολιτισμένων κατοίκων Πατρών, όλα τα παραπάνω παραδείγματα είναι πέρα για πέρα αληθινά.
(Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων):

- Ψψψτ! Τι μάρκα μαλάκας είσαι συ ρε;
- Είπες τίποτα;
- Ναι ρε, σ’ εσένα το λέω!
- Ότι μου την ανοίγεις κι έτσι;
- Βλέπεις καναν άλλο μαλάκα εδώ γύρω;

(Άρθρο 5)...
Από:  HODJAS την: 18/02/10
 
 
 
Σχόλια [8]
(18/02/10)
patsis
Διάβασα με προσοχή και ενδιαφέρον το κείμενό σου και μου ερχόταν στο μυαλό συνεχώς απορίες και παρατηρήσεις (είναι να κρατά κανείς σημειώσεις με σένα ρε μπαγάσα), αλλά προς το παρόν θα θίξω μια πτυχή.

Από μικρός έχω ακούσει πολλές στερεότυπες απόψεις για διάφορους. Από τους τοπικούς πληθυσμούς της πόλης μου στην βορειοδυτική Ελλάδα, που έχει τρεις-τέσσερις διαφορετικές ομάδες, μέχρι ό,τι θες (τι σκατά, θυμάμαι την δασκάλα μου στην τρίτη δημοτικού να πετάει μια γενικόλογη κακία για τους εβραίους, άστα να πάνε).

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα όσα άκουγα από τους βόρειους Έλληνες που κυρίως με περιστοίχιζαν μέχρι τα δεκαοκτώ, έχουμε την «πελοποννησιακή νοοτροπία που κυριαρχεί στην πολιτική»: κλίκες, ικανοποίηση τοπικιστικών προτεραιοτήτων μέσω της κυριαρχίας στην πρωτεύουσα, κοντόφθαλμες μη προοδευτικές πρακτικές (παράδειγμα που έφερε ο απολογητής αυτής της θεωρίας: η απομόνωση και απώλεια προς την Τουρκία των μουσουλμάνων της Θράκης).

Έχουμε την ηθική αχρειότητα του Πύργου («ο καλύτερος έχει σκοτώσει την μάνα του» και τέτοια).

Έχουμε τα «πατρινά μουνιά», με τα στοιχεία του ορισμού, εκ των οποίων την προκλητική εριστικότητα δεν την είχα ακούσει σε τόσο βαθμό είναι η αλήθεια.

Έχουμε τους πονηρούς Βλάχους.

Έχουμε «τα τσογλάνια τα χαλούμια» (ο ορισμός για το χαλούμι=Κύπριος εκκρεμεί), τους Κυπρίους, για τους οποίους λέγονται χίλια-δυο αλλά τώρα δεν θυμάμαι τίποτα.

Ίσως και άλλα που δεν θυμάμαι τώρα.

Λοιπόν, έχω μια θεωρία. Επειδή έχω γνωρίσει πολλά αρχίδια και κωλοπαιδαρέλια στη ζωή μου αλλά οι παρέες μου δεν είχαν να κάνουν με Πατρινούς, ούτε με Κυπρίους και από τους υπολοίπους ελάχιστα, δεν μπορώ να επιβεβαιώσω. Λέω όμως ότι η γενική ξενοφοβική διάθεση απέναντι σε κάποιον που δεν τον αναγνωρίζουμε σαν δικό μας μπορεί να λειτουργεί με τον εξής ύπουλο αλλά κατανοήσιμο μηχανισμό:

Το τσογλάνι από την Τούμπα Θεσσαλονίκης ή τις Σέρρες ή τα Γιαννιτσά το έχω γνωρίσει από μικρός, έχω πέσει κι έχω μάθει, έχω συλλάβει τα χούγια του και τους τρόπους του και έχω φτιάξει αντισώματα. Δεν μπορεί να μου τη φέρει εύκολα.

Το πατρινό μουνί το γνωρίζω πρώτη φορά σαν φοιτητής ή στο στρατό, μου κάνει τη λαδιά εκεί που δεν το περιμένω, αιφνιδιάζομαι, θεωρώ απολύτως απαράδεκτη τη συμπεριφορά του, εκτός από καθαρά ηθικής άποψης, και γιατί κατάφερε να με πλήξει, σχηματίζω την γενίκευση. Πατρινοί = μουνιά. Δεν πιστεύετε ότι έχει μια λογική έτσι;
(18/02/10)
jesus
θα είχε, εάν ο χότζας δεν ήξερε τους πατρινούς:Ρ

στο σοβαρό, αυτό που περιγράφει ο χότζας είναι ο υπαρκτός τύπος του αρχιδοτσαμπουκαλή πατρινού (με είχε ρωτήσει πώς κ δεν έχω φάει ξύλο στην πάτρα όταν του απήγγειλλα κάποιες απ' τις μαλακίες που έχω κάνει εκεί).

δεν διατείνεται, αν κατάλαβα καλά γιατί βιάζομαι (κ του έχω κ εμπιστοσύνη σ' αυτό βασικά) ότι πατρινοί=μουνιά, αλλά περιγράφει τον πατρινό μαλάκα.
(18/02/10)
HODJAS
Φχαριστώ για το σχόλιό σας Πάτσμαν & Τζήζα.

Ο μέγας Λασκαράτος έλεγε: «Μην αναφέρεσαι σε κάτι που σε αφορά. Ο άλλος, το καλό θα το περιγελάση – το κακό θα το μεγαλώση».
Υπάρχει και το ρητό «τα εν οίκω μη εν δήμω».
Έτσι είναι, αφού το δικαστήριο της ανθρώπινης ψυχής στην παραδοχή της ενοχής αρκείται σε ομολογία, ενώ στην επίκληση της αθωότητας διατάσσει αποδείξεις.
Αν πείς «την έχω 30 πόντους» όλοι δύσπιστα θα σου πούν να τη βγάλεις έξω να τη δούν, αν πείς «είμαι μαλάκας» δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις...

Παρ’ όλα αυτά στ’ αρχίδια μου και προχωρώ στο παρασύνθημα:

Κωλόπαιδα υπάρχουν παντού και είναι κι η πλειοψηφία (αν και ελλοχεύει το λογικό ταυτολογικό παράδοξο, αφού οι γενικεύσεις προοιωνίζουν φασισμό-κι αυτό είναι μια γενίκευση και πάει λέγοντας)...

Εδώ απλά, έγινε μια απόπειρα σκιαγράφησης του ειδικού βάρους του κωλοπαιδισμού ορισμένων Πατρινών (κάθε τόπος έχει τον δικό του), ο οποίος μπορεί να εφάπτεται αυτού των άλλων νεοελλήνων (τί διάολο δε μπορεί να πάνε μονόμπαντα οι καλοί!) κατά ποσοστά και αναλόγως κατά περίπτωση (εγγύτητας – απομάκρυνσης).

Όλος ο κόσμος λέει για την το Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας και την Αμαλιάδα (όχι για τον Πύργο) οτι «ο καλύτερος έχει σκοτώσει τη μάνα του». Είναι μαλακία. Ο Μπελογιάννης ήταν απο την Αμαλιάδα και δεν σκότωσε ποτέ κανέναν...

Έχει γίνει μνεία στο λήμμα Eίδες Bλάχο; Σ' είδε πρώτος! για τους μύθους περί καλών-κακών «καημπόηδες-ινδιάνοι» και τον ενδορατσισμό των νεοελλήνων.

Άμοιροι αλλοδαποί τί έχετε να τραβήξετε!

Γνωρίζω οτι τους Πατρινούς δεν τους γουστάρει κανένας, ούτε οι γείτονές τους, ούτε καν απο τον ίδιο Νομό (χωρίς να ξέρει το γιατί). Η πόλη ιδίως τα τελευταία 20-30 χρόνια έχει κάκιστα public relations.
Την Θεσσαλονίκη όμως, την «αγαπούν» όλοι οι Βορειολλαδίτες χαζοχαρούμενα καίτοι τους απομυζά, γιατί τους συσπειρώνει έναντι στην «παλιο-πρωτεύουσα των Νοτίων» κι εμείς γιατί την «επιβουλεύονται την τσαμένη αυτοί οι Σκοπιανοί κακοχρονονάχουνε».
Την έρμη την Αθήνα (ΜΑΣ) την ζηλεύουν αλλά και μισούν όλοι, διότι είναι καβάλα (πώς να το κάνουμε δηλαδή;) κλπ-κλπ.

Νομίζω όμως οτι οι λόγοι είναι καθαρά πολιτικοί: «Μουνί» όπως και «πούστης» αναφέρεται στον Πατρινό συμβολικά υπο την ιδιότητά του ως συντηρητικού πολιτικού που «μας» έχει κάτσει στο σβέρκο λόγω κοτζαμπάσικης καταγωγής και όχι λόγω της υποτιθέμενης (έστω και υπαρκτής) πονηρίας των μωραϊτάδων ή προτίμησης του ιδίου φύλου (!)

Σάμπως και τους Εγκλέζους δεν τους λένε «πούστηδες» οι νεοέλληνες (ίσως γι’ αυτό τρέχουν να σπουδάσουν εκεί)...

Η Πάτρα κυριάρχησε στα πολιτικά και εμπορικά πράγματα επί έναν αιώνα και υπήρξε το πρώτο ξεκάθαρο και απο τα 2-3 σημαντικότερα αστικά κέντρα για την περίοδο αυτή (και επέκεινα έστω κι εξασθενημένα). Την εποχή εκείνη, οι μπούρτζοι δεν βγαίνανε πρωθυπουργοί (αυτά άρχισαν με κάποιον κολομπαρά καράβλαχο απο κάποιο τουρκοχώρι του Βορρά), αλλά αστοί που το φυσάγανε το παραδάκι..

Ως εκ τούτου έβγαλε ένα κάρρο πολιτικούς εκ των οποίων καμιά ντουζίνα έγιναν και πρωθυπουργοί ή πρόεδροι δημοκρατίας (νομίζω κάτι σχέση έχει κι ο σημερινός πρωθυπουργός);

Ποιός όμως πολιτικός εν Ελλάδι (πλην του Τρικούπη και του Μπένι) χαίρει εκτίμησης;

Για την μεγαλύτερη καταστροφή του νεώτερου Ελληνισμού (1922), κατηγορήθηκε ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης. Ήταν ένας Πατρινός.
Καλώς; Κακώς; Οι παππούδες Πατρινοί αριστεροί εξακολουθούν να λένε τη Λεωφόρο Γούναρη «Καλαβρύτων», όπως πριν το 1931! Αν και αξιολογώτατος κατά τα λοιπά πολιτικός, καταπιάστηκε με πράγματα πέραν των δυνατοτήτων του (εποχή κοσμοϊστορικών αλλαγών που μόνον ένας Βενιζέλος ψιλο-κουλάντριζε) κι έφαγε το κεφάλι του...

Ειδικά το 1967 ήταν η μάχη των Αχαιών: Ο δεξιός Κανελόπουλος μάχονταν τον κεντροδεξιό Παπανδρέου και τελικά επεκράτησε ο Παπαδόπουλος (βλ. μήδι στο λήμμα απέκης).

Σε κάθε περίπτωση, στο παραμικρό δεν επιθυμώ να συνεισφέρω στην κατασκευή-συντήρηση μαλακισμένων μύθων ή ρατσιστικών σχολίων για τον ένα ή τον άλλο τόπο.

Όμως το ζήτημα δεν ήταν το «πάς πούστης Πατρινός κλπ» και εκεί νομίζω έχασες το σημείο μου Πάτσμαν.

Το κείμενο αυτό γράφτηκε, επειδή ο φέρων απεχθάνεται τη βία (λεκτική & φυσική), την οποίαν αντιλαμβάνεται ως διάχυτη (ειδικά) στην Πάτρα.

Θες το κλίμα, θες ο ρόλος της πόλης (διεθνές λιμάνι-μπάτε σκύλοι αλλέστε), η εκτεταμένη διαφθορά, η εγκληματικότητα, η ανεργία, η φτώχεια και το ζόρι, θες η εθνοτική καταγωγή (στην οποία αναφέρθηκα στον ορισμό εν παρόδω) πολλών θιασωτών της επιθετικότητας κλπ, κάτι συμβαίνει τελοσπάντων.

Υπάρχουν πάμπολλοι αξιοπρεπείς και αρκετοί εξαιρετικής παιδείας Πατρινοί, οι οποίοι στενάζουν απο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αλλά δεν θέλω (και δεν επιτρέπεται) να αποδώσω το ποσοστό τους.

Σας ασπάζομαι,

Φαίδων
(19/02/10)
allivegp
Πατρινοί δεν ήταν και οι πρωθυπούργοι Δημήτριος Μάξιμος και Ανδρέας Μιχαλακόπουλος και πιο παλιά ο Μπενιζέλος Ρούφος;
(19/02/10)
HODJAS
Σωστός! Επί έναν αιώνα (τουλάχιστον) η Πάτρα έβγαζε σταφίδα και πολιτικούς...

Πρωθυπουργοί:

Μπενιζέλος Ρούφος (1795-1868) Διετέλεσε: 29/4/1863-26/10/1863, 28/11/65-9/6/1866
Θρασύβουλος Ζαΐμης (1825-1880) Διετέλεσε: 25/1/1869-7/7/1870, 28/10/1871-25/12/1871
Σωτήριος Σωτηρόπουλος (1820-1898) Διετέλεσε: 3/5/1893-30/10/1893
Αλέξανδρος Ζαΐμης (1855-1936) Διετέλεσε: 21/9/1897-2/4/1899, 12/11/1901-24/11/19022, 4/9/1915-25/10/1915, 9/6/1916-3/9/1916, 21/4/1917-14/6/1917, 4/12/1926-4/7/1928
Δημήτριος Γούναρης (1867-1922) Διετέλεσε: 25/2/1915-10/8/1915, 16/3/1921-3/5/1922
Αναστάσιος Χαραλάμπης (1862-1949) Διετέλεσε: 16/9/1922-17/9/1922
Στυλιανός Γονατάς (1876-1966) Διετέλεσε: 14/11/1922-11/1/1924
Ανδρέας Μιχαλακόπουλος (1875-1938) Διετέλεσε: 7/10/1924-26/6/1925
Δημήτριος Μάξιμος (1873-1955) Διετέλεσε: 24/1/1947-29/8/1947
Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986) Διετέλεσε: 1/11/1945-22/11/1945, 3/4/1967-21/4/1967
Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968) Διετελεσε: 26/4/1944--3/1/1945, 8/11/1963-31/12/1963, 19/2/1964-15/7/1965
Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος (1890-1973) Διετέλεσε: 5/3/1958-17/5/1958
Ανδρέας Παπανδρέου (1919-1996) Διετέλεσε 18/10/1981-18/6/1989, 10/10/1993-18/01/1996
Γιώργος Παπανδρέου (1952-) Διετέλεσε 4/10/2009-;

Πρόεδροι της Δημοκρατίας:

Αλέξανδρος Ζαΐμης (1855-1936) Διετέλεσε: 15/12/1929-3/11/1935
Κωστης Στεφανόπουλος (1926- ) Διετέλεσε: 8/03/1995-12/03/2005

Αυτόκλητοι σωτήρες:

Γεώργιος Παπαδόπουλος (1919-1999) Διετέλεσε: 21/4/1967-25/11/1973


Υπουργάτζες και πολιτικούς έβγαλαν τα μεγάλα σόγια των Ρούφ, Στρέιτ, Κανακάρηδες, Ζαΐμηδες, Λόντοι, Χαραλάμπηδες, οι Καλαμογδάρτες, οι Μελετόπουλοι, οι Παπαδιαμαντόπουλοι, οι Πετμεζάδες κ.α.

Εξ ου και το αίτημα για «αλλαγή» το 1909 με τον Μπένι...
(19/02/10)
allivegp
O George-Jeffrey-Γ.Α.Π. / G.A.P., γεννημένος στο Τoronto και μεγαλωμένος στο Connecticut, μετράει για Πατρινούς.
(19/02/10)
HODJAS
Τον πήρα έτοιμο τον κατάλογο ;-)
(19/02/10)
allivegp
Πατρινός;
 

Ορισμός: 10
Λήμμα: 10
1. Αναφέρεται σε υποβιβαστική κατηγοριοποίηση καταστάσεων-προσώπων-αντικειμένων-τόπων κλπ και παραπέμπει στην αξιολογική (δηλ. τιμολογιακή) ταξινόμηση προϊόντων (Α & Β διαλογής), δηλαδή πρώτο πράμα (που σαλεύει και το μουστερή γυρεύει) κι ο κατιμάς.

Για κάποιο λόγο έχει επιβιώσει η έκφραση στη γενική ως «διαλογής», με την έννοια αποκλειστικά της σκαρταδούρας (τα «καλάθια» που λέμε).

Όποιος θυμάται, στα 80’ς εύρισκε κανείς ορίτζιναλ Levi’s στο επίσημο πρατήριό της στην Καλαμάτα μισοτιμής (στη λιανική ήταν πανάκριβα), αφού είχαν ένα ελάχιστο ψεγάδι (π.χ. μια διπλή κλωστή, ένα αδιόρατο σημαδάκι κλπ) και διετίθεντο μπιρ-παρά διότι δεν «άγγιζε» τα ελάχιστα στάνταρ πωλήσεως της φίρμας.

2. Ως αυτοαναφορική έννοια του σάιτοστ, είναι τρέχον φαινόμενο απαξίωσης λημμάτων-ορισμών κλπ, είτε οίκοθεν λόγω ευθιξίας – είτε κατόπιν σπαζαρχιδόθεν παραινέσεως, οπότε τα λήμματα-ορισμοί που θα φέρουν εφεξής ένα κίτρινο άστρο στο μπράτσο, θα καταλήξουν στον κάλαθο των επιρρημάτων, διότι δεν «αγγίζουν» τα ελάχιστα στάνταρ της αργκό (ήμαρτον Κύριε)!

Κάτι σαν «Υπόλοιπο Αττικής» δηλαδή...

Σ.Σ. Ξέρετε τίποτα; Εγώ λέω, όταν με το καλό τυπωθεί σε χάρντ κόπυ το λεξικό του σάιτοστ, να κυκλοφορήσει σε δυο εκδόσεις, με ανάλογο περιεχόμενο: Την Α διαλογή (=ακριβό) και την Βου διαλογή (=φτηνατζούρα) κι ας αποφασίσει η Αγορά. Άν βέβαια υπάρξει και Γου διαλογή (=μάπα το καρπούζι), ε τότε να διανέμεται δωρεάν στις στάσεις του Μετρού (!)

Το παρόν λήμμα (ως προς το 1ο σκέλος τουλάχιστον) και υπάρχει και χρησιμοποιείται και θα υποστηριχθεί απο τον φέροντα με το ντουφέκι στη σκεπή, σαν μικρο-ιδιοκτήτης αυθαιρέτου.

Αφιερούται τω Χάνκυ-Πάνκυ.
1. - Πάμε καμιά τσάρκα έξω;
- Ναι αμέ; Να πάρω τη Μπέτη να φέρει καμιά φίλη της;
- Είπαμε να βγούμε σαν άνθρωποι, πάλι με τα κάκαλα θα τη βγάλουμε;
- Γιατί ρε τί έχουνε; Μια χαρά κοπέλες είναι...
- Καλές είναι δε λέω, αλλά ξέρω γώ τώρα; Διαλογής μωρ’ αδερφέ μου, τί να σου πώ, πολύ Βου κατάσταση...
- Καλά εγώ πάω κι εσύ κάτσε και πές το μουνί μουνάκι ψωνάρα!
- Δεν κατάλαβα! Πειράζει που το σκέφτομαι δηλαδή;
- Ως να σκεφτεί ο γνωστικός, ο τρελός πάει κι έρχεται βρεεεεε!

2. «...Έβγαλα τα 20 χάνκεια λήμματα Β' διαλογής...»
«...Αν δεν πρόκειται να γίνει η Β' διαλογή στο ορατό μέλλον, θα επιθυμούσα τα παρακάτω λήμματα απλά να διαγραφούν. Τα έχω διαλέξει έτσι ώστε να μην μετανιώσει κανείς, αν σβηστούν στη λήθη...»
(Σχόλια απο ’δώ).
Από:  HODJAS την: 17/02/10
 
Σχόλια [4]
(17/02/10)
Khan
Φχαρστώ, αγορίνα, αλλά εσύ έχεις τόσα πολλά πρωτοκλασάτα λήμματα να γράψεις που δεν αξίζει να χαραμίζεσαι σε αυτοαναφορικά, άστα για όσους έχουν στερέψει. Ως μη αυτοαναφορικό, το έχει κι ο Μπάμπης, οπότε θα μου συγχωρέσεις μια ιασονιά.

Υ.Γ. Βάζω τα γιαούρτια στο Δ.Π.
που τονε βρήκες μωρή τον γκόμενο στην λαϊκή στην διαλογή;;
(19/02/10)
poniroskylo
Θυμάται κανείς την φράση «άρτος διατιμήσεως»; ΄Ήταν η χειρότερη ποιότητα ψωμιού την εποχή που το κράτος έκανε διατίμηση σε διάφορα προϊόντα, τα λεγόμενα «ουσιώδη εν ανεπαρκεία», αν θυμάμαι καλά, και επέβαλε την ανώτατη τιμή πώλησης τους. Ορισμένα ενδιαφέροντα για την ιστορία των διατιμήσεων εδώ
(19/02/10)
HODJAS
Εξαιρετική η παρατήρηση και παραπομπή πονηρού. Σπέκ!!!
 

Ορισμός: 12
Λήμμα: 13
Είναι αυτοαναφορικό του σάιτοστ και σημαίνει την μεταγενέστερη της ανάρτησης πρόσθεση-αφαίρεση-τροποποίηση των ορισμών, σχολίων, λημμάτων και μηδίων του μόντουλα από τον ίδιο.

Δεν προέρχεται ετυμολογικά απο την κατίνα και τα παράγωγά της (καθ' όσον οι αλλαγές γίνονται in bonam fidem), αλλά απο τις γνωστές παραποιήσεις φωτογραφιών από την NKVD στην υπόθεση του Κατίν (Katyń) το 1943 (!)
Ρωγμή στο Μάτριξ! Χάνονται σχόλια στο slang.gr! (Σχόλιο απο εδώ)
Από:  HODJAS την: 10/02/10
 
 
Σχόλια [9]
(10/02/10)
poniroskylo
Μπερδεύτηκα. Η σφαγή του Κατύν ήταν το 1940 - το 1943 οι Γερμανοί έκαναν εκταφή και το πράμα πήρε δημοσιότητα. Περισσότερα για το Κατύν εδώ και εδώ - δεν εγγυώμαι την αξιοπιστία των σελίδων. Πάντως, δεν έχω υπόψη μου κάτι για παραποίηση φωτογραφιών σχετικό με το Κατύν.

Οι δυο φωτογραφίες που ανέβασες - η πρώτη με Τρότσκι, Καμένεφ κι έναν ακόμη που έπεσε σε δυσμένεια, η δεύτερη άνευ - είναι από τις 7 Νοεμβρίου 1919 και τον δεύτερο εορτασμό της Οκτωβριανής Επανάστασης, δες και εδώ.
(10/02/10)
Khan
Απέσπασα από τον Βράστα να μπει ως 11ο χαρακτηριστικό του σλανγκαρχίδη, αλλά μού 'φερε τούμπα τα μπιφτέκια και έβαλε και μια πρόταση που πιάνει αυτούς που κάνουν πολλές αναφορές όπως εγώ ;)
(10/02/10)
HODJAS
Ντάξ, μη βαρείτε ρεεε!

Ένα προβοκατόρικο αυτο-αναφορικό είπα να βάλω κι εγώ, μπας και ξετσουμίσει κανένας σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή, αφού έχετε εξαφανιστεί όλοι :-)

Πονηρό: Έχεις δίκιο για το '43! Έχω υπ' όψη μου οτι έγινε παραποίηση φωτογραφιών και εγγράφων και απο τις δυο προπαγάνδες (Ρωσσική & Γερμανική) περί αποποίησης ευθυνών για το Κατίν, αλλά δεν τα βρίσκω στο νέτι με τίποτα...
Οπότε (σου λέει) κάτσε να βάλω αυτές, που τις έχω πρόχειρες και βλέπουμε, μήπως κανα καλόπαιδο που ξέρει περισσότερα, βάλει καμιά καλύτερη.
Τσαπατσουλοδουλειά, τί να πείς (φτού μου)...
(10/02/10)
HODJAS
Χαν: Τώρα που το είδα, το 1ο εδάφιο του 11ου χαρακτηριστικού (υπό Βραστανδρός) περιλαμβάνει στην έννοια γένους του σλανγκαρχίδη, τον σλάνγκο που ζητεί ο ίδιος τις αλλαγές στο κείμενο όπως κάνει συχνά ο υποφαινό (hereinafter: μοντουλοζήτουλας - έννοια είδους), ενώ το 2ο εδάφιο αναφέρεται στον μόντουλα που αλλάζει μόνος του το κείμενό του (αυτόθι: μοντουλοκατίνα - έννοια είδους)!
(10/02/10)
poniroskylo
Οκέικ για τις φωτό, θα το ψάξουμε το πράμα όλοι μαζί.

Μόλις θυμήθηκα εντωμεταξύ ότι πέρα από τη σφαγή των Πολωνών από τους Σοβιετικούς το 1940 στο Κατύν κοντά στο Σμολένσκ, υπάρχει και μια άλλη σφαγή σε ένα άλλο Κατύν στη Λευκορωσία το '43 - Ναζί εναντίον αμάχων, κάτι σαν Δίστομο-Καλάβρυτα.
(11/02/10)
aias.ath
Πάντως ἡ ἐτυμολογία γαμεῖ, ἔστω κι ἂν εἶναι παρετυμολογία ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο (δὲν γνωρίζω τὶς λεπτομέρειες)
(11/02/10)
poniroskylo
Έτσι. Se non e vero, e ben trovato.
(11/02/10)
johnblack
Καλέ μου Βράστα το λήμμα αυτό είναι κομμένο και ραμμένο (πρόσεξες τις λέξεις που χρησιμοποίησα;) στα μέτρα σου :ρ
(11/02/10)
Vrastaman
Guilty as charged, mein kleiner Schwarzenegger!
 

Ορισμός: 12
Λήμμα: 12
Χιουμοριστική έκφραση (κυρίως στο τάβλι), όπου ο λέγων περιπαίζει την απίστευτη κωλοφαρδία του αντιπάλου του, ο οποίος αν και βρισκόταν προ ολίγου σε δυσμενέστατη κατάσταση, βγήκε και «καβάλα» με το ζάρι που έφερε.

Η έκφραση ακολουθεί το σχήμα λιτότητας, δηλαδή πλήρως σημαίνει «είσαι τόσο τυχερός, σα να πέφτεις από το ύψος της Ακρόπολης – σαν το Μιμίκο και τη Μαίρη – και όχι μόνο να μην παθαίνεις τίποτα, αλλά να βρίσκεις και παρατημένο πορτοφόλι γεμάτο λεφτά»!
(Πλακωτό):
-Το αφήνεις διπλό;
-Όχι, άμα φέρω τις εξαιρετικές (εξάρες) μου, πώς θα τις παίξω;
-Κοίτα, σου ‘χω κλείσει με πόρτες όλο το σπίτι, έχεις δυο πούλια στη μαμά, τα’ χεις μαζέψει όλα στον άσσο, εξάρι δεν έχεις, σου το ‘χω αφήσει ανοιχτό να φέρεις εξάρι μονόβολο να πιάσω μάνα, έχεις φέρει πενήντα ζαριές κι ούτε ένα έξι, τι περιμένεις; Ούτε ο Ρωχάμης με το Σεχίδη δεν το παίζουνε!
-Εξάρια!!! Αλεού μπόιλερ! Θα μαζέψω και πρώτος που ‘μαι και ψημένος!
-Αγόρι μου, πέφτεις απ’ την Ακρόπολη και πιάνεις πορτοφόλι! Ρε, με ποιους παίζουμε και χάνουμε...
Από:  HODJAS την: 10/02/10
 
Σχόλια [2]
(12/02/10)
poniroskylo
Στη Νύμφη, βέβαια, η ανάλογη έκφραση είναι «έπεσε από το Λευκό Πύργο και στάθηκε όρθιος».

Το ανέκδοτο με τον Σημίτη και το αεροπλάνο που έπεσε το ξέρετε;
(12/02/10)
HODJAS
Να το πάρει το ποτάμι!
 

Ορισμός: 9
Λήμμα: 9
Μάγκικη (άραγε όχι μεμψίμοιρη, αλλά ανεξίκακα πικροφιλοσοφημένη) έκφραση, που δηλώνει τη διαπίστωση ακραίας ατυχίας σε κίνηση φορσέ.

Δηλαδή στραπάτσο σε κατάσταση catch 22 (μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα).

Προέρχεται από την χαρτοπαικτική ορολογία του blackjack ή την παρ’ ημίν παραλλαγή της εικοσιμίας (ή μετωνυμικώς στούκι), όπου το ποθητό είναι να φτάσει ο παίκτης με συνδυασμό των «χεριών» (αγγλ. hand) που θα του τύχουν, κατά το δυνατόν εγγύτερα στον αριθμό 21 αλλά ως εκεί και μη παρέκει, αλλιώς «καίγεται» (=χάνει).
Τώρα, αν ο παίκτης έχει συγκεντρώσει αριθμό που αντιστοιχεί στον αριθμό 12 (π.χ. φιγούρα + διπλό), αναγκαστικά πρέπει να τραβήξει, αλλιώς το το τραπέζι (ή η μάνα) θα τον κερδίσει ευχερώς, αφού το νούμερό του είναι μικρό και οι πιθανότητες να φέρει το τραπέζι κοντινότερο ή ίσο συνδυασμό στο 21 είναι μεγαλύτερες.

Όταν λοιπόν τραβήξεις από 12 (φορσέ), το λιγότερο που ελπίζεις είναι να σου τύχει επόμενο χαρτί φιγούρα (αξία=10, άρα 12+10=22 συνεπώς καίγεσαι), αφού είναι το μόνο χαρτί (καίτοι δεν είναι λίγες οι πιθανότητες 3Χ4=12 φιγούρες + τέσσερα 10αρια=22 φύλλα) επί συνόλου 48 φύλλων (52-4 δηλ. 2 της μάνας + 2 του παίκτη) που καίει και μάλιστα οριακά, ένα τέτοιο μικρό νούμερο.

Όλα βέβαια εξαρτώνται από το τι φύλλο έχει ήδη πέσει στην τσόχα, διότι αν π.χ. υπάρχουν ήδη δεκάρια (ω νατυρέλ ή φιγούρες), μειώνονται τα ποσοστά να ξαναρθεί τσουρουφλίζον χαρτί (10άρι).

Παπάς (ή ρήγας βλ. παροιμία «οι παράδες χαλάνε και ρηγάδες») λέγεται κυρίως η φιγούρα του βασιλιά της τράπουλας (παπαδιά η βασίλισσα και τζές ο βαλές), αλλά χαρακτηρίζει συνεκδοχικά (λόγω κύρους!) συχνά όλες τις φιγούρες (αγγλ. face cards), εξ ου και το γνωστό κωλοπειραγμένο παίγνιο του δρόμου «ο παπάς», που παίζουνε οι παπατζήδες με τη φιγούρα του άνακτος (ή με μπιζέλια-στραγάλια σε καπάκια νερού – αγγλ. shell game), γδέρνοντας τα κορόιδα που ψήνονται από τους παριστάμενους αβανταδόρους (λαμόγια - γιατροί) ή που τους σουφρώνουνε το πράσο οι ψευτο-παίκτες λαχανάδες.

Ο πληθυντικός της έκφρασης χρησιμοποιείται ευρέως στη νεοελληνική, όπου ο λέγων επιθυμεί να υπαχθεί σε κατηγορία-σύνολο με παρόμοια χαρακτηριστικά, όπως και σε αντίστοιχες εκφράσεις του τζόγου και όχι μόνο (π.χ. «εμείς βγήκαμε με τα πόδια δεν βγήκαμε με το κεφάλι», «εμείς κατουρήσαμε στο πηγάδι», «για μας δεν έχει», «εμείς δεν μπορούμε», «δι’ ημάς δεν εγεννήθη εισέτι ο Κύριος» κλπ).
-Πώς πας από δουλειά;
-Τώρα περιμένουμε να δούμε αν θα μας ανανεώσει τις συμβάσεις η νέα κυβέρνηση, μέχρι τότε είμαστε στην αναμονή...
-Αφού είπανε ότι δεν θα ανανεώσουν τα «stage» λέει, γιατί ήταν παράνομα. Τι τα ‘θελες μωρ’ αδερφάκι μου κι εσύ αυτά, κι αφού ήξερες ότι πας στα σκοτάδια;
-Και τι ήθελες να κάνω, να κάθομαι; Αυτό βρήκα, αυτό έκανα, μπας και γίνει τίποτα και μ’ εμάς. Άμα τώρα μας διώξουν, τραβήξαμε παπά από δώδεκα, τι να κάνουμε δηλαδή;
Από:  HODJAS την: 10/02/10
 
 
 
Σχόλια [2]
(10/02/10)
HODJAS
Να συμπληρώσω στην 5η παράγραφο, οτι επίσης κρίσιμος είναι ο αριθμός των φύλλων με τα οποία έχει φτάσει ο παίχτης στα δώδεκα, διότι αν π.χ. έχει στο χέρι 4 φύλλα (2+2+3+5=12) και το τραπέζι έχει ένα μικρό (π.χ. 5) και ένα κρυμμένο (έστω οτι η μάνα έχει μικρότερο ή ίσο νούμερο με τον παίκτη π.χ. 7+5=12), τότε ο παίκτης κανονικά ΔΕΝ πρέπει να τραβήξει (εκτός κι αν «έχει ένα προαίσθημα»), γιατί οι πιθανότητες να έρθει το επόμενο χαρτί δεκάρι είναι 52 (φύλλα τράπουλας) - 5 (φανερά χαρτιά στο τραπέζι διάφορα του 10) = 47, δηλ. 22 στα 47 (46,88 %) ή και 46 (47,83 % αν η μάνα εν τέλει δεν έχει δεκάρι), οπότε πρέπει να «μείνει», προκειμένου να πετάξει στη μάνα το hot potato.

Στα καζίνα το πολύφυλλο 12άρι και 17άρι λέγεται soft 12/17 και το δίφυλλο hard 12/17.

Ειδικά για το άν ο γκρουπιέρης υποχρεούται να χτυπήσει το soft 17άρι του παίκτη, εξαρτάται απο καζίνο σε καζίνο. Παραδόξως, ο «hit soft 17» κανόνας, αποφέρει ποσοστό 0,2 % αβαντάζ on the house!

Ο γκρουπιέρης πάντα υποχρεούται να χτυπήσει hard 17άρι και (εκτός σπανίων περιπτώσεων) στην ισοπαλία κερδίζει το σπίτι. Παντού όμως ο παίκτης χάνει αν καεί, ακόμα κι όταν καεί και το τραπέζι δηλ. δεν έχει ισοπαλία στο Βασιλάκη (Καΐλα).

Τώρα αυτά χοντρικά, δεν ξέρω αν έχουν να συμπληρώσουν τίποτα οι ειδήμονες του τζόγου, εγώ μια φορά κουκιά έφαγα-κουκιά μολογάω...
(11/02/10)
HODJAS
Μπα πανάθεμάμε!

Τώρα το' δα: Όλοι οι παραπάνω υπολογισμοί είναι λάθος, αφού εκεί που μετράει τα δεκάρια της τράπουλας λέει 3Χ4=12 φιγούρες + 4 10άρια πρόσθεσα (σα μαλάκας) το 12 με το 10 απο αφηρημάδα αντί για το 4, κάνει 16 δεκάρια και όχι 22...

Μη δώσει κανένας βάση και χάσει σε κανα καζίνο και μετά κυνηγάει εμένα (μα δεν υπάρχει ένας βίκαρ να μου πάρει το κεφάλι);

Όλα τ' άλλα ισχύουν (μάλλον)...