Ορισμός: 6
Λήμμα: 6
Ο όρος υποδηλώνει την τεμπέλα, την ακαμάτρα, αδιάφορη, αλλά και ονειροπόλο γυναίκα που συνήθως λουφάρει ξύνοντας και μαδώντας το μνί της, γι' αυτό και το συνώνυμο σε αρσενικό είναι ο ξυσαρχίδης (συνώνυμή της η μουνοξύστρα).
- Ακόμα δεν άνοιξε το κομμωτήριο η Πόπη, Κούλα μου!
- Μα χρυσή μου, αφού είναι στον κόσμο της, μεγάλη μουνομαδίστρα!
Από:  Ωρωπιώτης την: 21/09/10
 

Ορισμός: 5
Λήμμα: 5
Άντε κατούρα τα πόδια σου, ρε!

Σημαίνει την απαξίωσή μας προς κάποιον, ή τα λεγόμενά του, είτε προσωπικώς, είτε δια μέσου αυτού, προς τρίτον, ... Στην κυριολεξία, υποδεικνύει σε κάποιον να ασχοληθεί με την διούρηση επί των κάτω άκρων του, ήτοι να κατουρήσει τα πόδια του, πράγμα εύκολο δηλαδή αν δεν του είναι κάγκελο, διότι εν μαρασμώ (μαρασμένη), αν κατουρήσει, σίγουρα τα πόδια θα κατουρήσει -έκφραση υποδηλώνουσα και τον διαρκώς εν μαρασμώ ευρισκόμενο.

Συνήθως χρησιμοποιείται ως εναλλακτική λύση από την προτεινόμενη (π.χ. λέω να πάω από Χαλκούτσι, το βραδάκι...
Άντε κατούρα τα πόδια σου, ρε, στο Χαλκούτσι βραδιάτικα...)

Συχνά αντικαθίσταται και από την συνώνυμη έκφραση:
«Άντε φτύσ' τα μπούτια σου ρε» , υποδηλώνουσα και πάλι την πλήρη απαξίωση προς τον καθ’ ού αυτή απευθύνεται!

Με εκτίμηση
Ωρωπιώτης
1. Ο Σήφης ντελμπεντέρης;
Άντε κατούρα τα πόδια σου ρε!

2. - Άμα κατέβω από το αυτοκίνητο, θα γίνει μεγάλος σαματάς!
- Σαματάς; Φτύσ’ τα μπούτια σου μωρή παλιοτσουτσουνοτσακίστρα!, που θα κάμεις σαματά...
Από:  Ωρωπιώτης την: 31/07/10
 

Ορισμός: 9
Λήμμα: 9
Δωμάτιο, ή κατ' επέκτασιν διαμέρισμα, τόσο μικρό, όσο για να χωρέσουν δυο, τρεις, άντε τέσσερις, μέχρι πέντε (όλοι οι καλοί χωράνε) ευκίνητοι κι ευλύγιστοι λαγοί, ανεξαρτήτως φύλου, και να κουτουπωθούν, αναμεταξύ τους και με διαφορετική σειρά, ή και με την αυτή.

Συναντάται και ως γαμηστρώνας (από το ρήμα γαμέω = αγαπώ και την κατάληξη -ώνας, που δηλώνει την συγκέντρωση πολλών αγαμημένων, από το κοιτώνας, στρατώνας κ.λ.π.), μέρος πριβέ-πιπέ, για παράνομα ζευγαράκια, ή και ως λαγότρυπα, δηλαδή η οπή στο έδαφος, όπου χωράει να χωθεί ο λαγός, ίσα-ίσα, χωρίς πολλά αξεσουάρ και κομφόρ.

Στην καθομιλουμένη από πολιτικούς παράγοντες και λοιπούς ηγεμονίσκους γλώσσα, χρησιμοποιείται για να στιγματίσει τη χαμηλή οικονομική αξία ακινήτου, σε σχέση με μοναστηριακής αξίας περιουσία και φιλέτα.
1. Ανταλλάξανε οι εθνικοί προδότες, λαγογαμήστρες με ακίνητα στο Κολωνάκι...

2. Σούλα: Σήφη, πάμε στη γκαρσονιέρα, να σου κάνω αέρα στα π@π@ρια, που ανάψανε από τη ζέστη, μη κάψεις κανένα όρχη;
Σήφης: Πού μωρή Σούβλα; Σ' αυτή τη λαγογαμήστρα, θα πάθουμε κανένα ντουβρουτζά καλοκαιριάτικα!

(λαγογραμμιστής Ωρωπιώτης)
Από:  Ωρωπιώτης την: 27/07/10
 
 
Σχόλια [4]
(27/07/10)
Ωρωπιώτης
τον όρο, άκουσα πάλι σήμερα απότο μέγκα και θεώρησα ιερή μου υποχρέωση να συμβάλλω με τον ορισμό!
θα παρακαλέσω την ηγεσία του σλανγκ, με την τήρηση της ιεραρχίας, να αφαιρέσει τη δεύτερη φωτό του λαγογαμήστρα, που κατά λάθος ανέβασα, δίπαξ, ίνα ολοκληρωθεί, τούτο, το πόνημα.
με φουλ εκτίμηση και καρέ του σεβασμού
Ωρωπιώτης
(31/07/10)
GATZMAN
Τελικά, η κόττα το πνίγει το κουνέλι;
(01/08/10)
GATZMAN
@MXΣ
Τι μήδι!
(01/08/10)
Ωρωπιώτης
ΜΧΣ, ευχαριστώ για το εξαίρετο κουνελόπτηνο
Ωρωπιώτης
 

Ορισμός: 7
Λήμμα: 7
Υπονοεί απαξίωση, σε όποιον αναφέρεται, αφού του αποδίδει μόνο την δυνατότητα μαλακισμού, άντε και τινάγματος ψωλών και τίποτε παραπάνω. Παρόμοια έκφραση είναι «μαλακοπαίχτης ακρωτηριασμένων» (κουλών) και ο (η) «κλάστης /-τρια αρχιδιών».

Συγγενικά γλωσουργήματα είναι το «μωρή λουλού» και τσουτσουνοπαίχτης /-τισσα.
- Άμα κατέβω κάτω, θα σου πω εγώ ρε φλώρε!
- Κατέβα μωρή ψωλοτινάχτρα, να μας τα κλάσεις!
Από:  Ωρωπιώτης την: 31/05/10
 

Ορισμός: 10
Λήμμα: 11
Ψωλοντανιάστρα ή πουτσοντανιάστρα αποκαλούμε τη γυναίκα ή τρανς, που συνηθίζει να παίρνει όχι μόνο ένα και δύο ανδρικά εργαλεία συγχρόνως, αλλά και ... βάλε, δίκην ντανιάσματος, οπότε άκρως ξεχαρβαλωμένη. Συγγενεύει γλωσσικά με την ψωλοαποθήκη και την πουτσοπνίχτρα.
- Ρε φίλε, άστα, χαλβαδιάζω τη γυναίκα του Ριρή του πούστη ... κι έχω μείνει! Τί χαμηλοβλεπούσα η κουφάλα... Ευχαρίστως της πετούσα ένα κομμάτι μόριο!
- Χαμηλοβλεπούσα η γυναίκα του Ριρή; Ρε αυτή είναι ψωλοντανιάστρα κι εσύ μιλάς για ένα τεμάχιο; Ούτε που θα το καταλάβει...
Από:  Ωρωπιώτης την: 29/05/10
 

Ορισμός: 7
Λήμμα: 8
Υπονοεί τη γυναίκα ή τρανς, που έχει πνίξει κοπάδια από ανδρικά μόρια. Χρησιμοποιείται απαξιωτικά. Συνώνυμα: ψωλοπνίχτρα, πεοπνίχτρα, ή κουνελοπνίχτρα. Έχει συγγενική γλωσσική σχέση με την ψωλοαποθήκη.
- Πω-πω ρε κολλητέ, τί σεμνό γκομενάκι είναι αυτό;
- Τη Βιόλα λες ρε, την πουτσοπνίχτρα; Αυτή ξεπετάει 5 στη ξαπλωσιά της...
Από:  Ωρωπιώτης την: 29/05/10
 

Ορισμός: 8
Λήμμα: 9
Δηλώνει τον τύπο χαμηλού κοινωνικού επιπέδου, εθισμένο στην κουτοπονηριά και στην «στραβή», που, ενώ σε κανονικές συνθήκες θα τον χαρακτήριζες αρχίδι, επιτακτικά και εμφατικά τον αποκαλείς ψωλαρχίδη! (με μετατροπή του ουδετέρου σε αρσενικό ευγενείας και επικλήσεως).

Υπονοεί τον ικανό ειδικώς μόνο για αναπαραγωγή και γενικώς το άχρηστο υποκείμενο.

Συναντάται και με κατάληξη -ας (ψωλαρχίδας) και δηλώνει πέραν των ανωτέρω και μεγαλοπρέπεια.

Σημείωση από τη Συντακτική Ομάδα
- Άχρηστος υδραυλικός ο άντρας σου χρυσή μου, όλοι στην γειτονιά το λένε!
- Ασ' τονα μωρέ, τον ψωλαρχίδα...
Από:  Ωρωπιώτης την: 29/05/10
 
Σχόλια [1]
(30/05/10)
vikar
Ωραίος ο Ωρωπιώτης, το λήμμα γαμεί.

Πάντως, δέν πολυσυμφωνώ με τον ορισμό. Απ' όσο το ακούω και το λέω, λές ψωλαρχίδη/ψωλαρχίδα/ψωλαρχίδι οποιονδήποτε θές να βρίσεις. Είναι απλά βρισιά δηλαδή, το πετάς πάνω στη τσαντίλα όταν το μαλακιασμένο ή το αρχίδι σου πέφτει λίγο.

Ακόμη πιό συγκεκριμένα είναι βρισιά μειωτική, που απευθύνεις παίζοντας το χαρτί της ηλικίας παύλα ωριμότητας, και εδώ πέφτει κάπως μέσα ο Ωρωπιώτης, μιλώντας για χαμηλό κοινωνικό επίπεδο: άν αποκαλέσεις κάποιον ψωλαρχίδη, υπονοείς οτι τον θεωρείς κατώτερου επιπέδου απο 'σένα, ακόμη κι' άν δέν είναι. Δέν συμβαίνει το ίδιο άν τον αποκαλέσεις μαλάκα ή πούστη. Υπάρχουν βρισιές που κατα κάποιο τρόπο αναγνωρίζουν ένα στάτους του αποδέκτη και άλλες που επιδιώκουν ακριβώς να το μειώσουν.

Μας λείπει μία στοιχειώδης κατηγοριοποίηση βρισιών πλάκα-πλάκα. Χμμ...
 

Ορισμός: 10
Λήμμα: 10
Το μαλακιστήρι, αυτό το πλάσμα που αρέσκεται μονίμως και επιμόνως να ταλαιπωρεί το όργανό του, ήτοι να αυνανίζεται...

Συναντάται και ως αβγανιστήρι, ή αβγανιστήρας.
- Να χαίρεσαι τον άντρα σου τον αρχιτρόμπα χρυσή μου και το αγοράκι σου το αυνανιστήρι!
Από:  Ωρωπιώτης την: 27/05/10
 
Σχόλια [1]
(28/05/10)
Vrastaman
αυνανιστήρι I.S.O. ηδονοτριβείο
 

Ορισμός: 9
Λήμμα: 8
Tο σουτιέν. Θήκη των μασταριώνε. Βυζοθήκη, βυζοσακούλα, βυζομπαλοσακούλα, βυζοσυσκευασία, μασταροσυσκευασία.
- Ανανία, το φελέκι σου, που είναι η μασταροθήκη μου;
- Δίπλα στη νουαζέτα χρυσή μου, δίπλα στο ντίλντο μου!
Από:  Ωρωπιώτης την: 27/05/10
 
Σχόλια [1]
(28/05/10)
Vrastaman
Et je fais l'amour avec le paradigme!
 

Ορισμός: 8
Λήμμα: 8
Mεταφορικά η ευρύχωρη και σωματικά και ηθικά γυναίκα ελαφρών ηθών, που χρησιμοποιεί το όργανό της ως αποθήκη στοίβαξης και αποθήκευσης ψωλώνε. Χρησιμοποιείται απαξιωτικά.
- Πως περπατάει έτσι η Λόλα ρε λυκόρνι; Συγκαμμένη είναι;
- Τι συγκαμμένη η ψωλοαποθήκη καημένε, στούμπωσε από τα προφυλακτικά...
Από:  Ωρωπιώτης την: 27/05/10
 
Σχόλια [4]
(28/05/10)
jesus
garage à bites γαλλιστί.
(28/05/10)
Khan
Βλ. ψωλαποθήκη που κττμγ είναι και σωστότερο σαν σχηματισμός (λέμε τώρα)
(30/05/10)
al1313ex
thes na peis psolapothique,bien sure!!!!