#1
dryhammer

στο τσοπέρι

Και επί ελληνικού εδάφους λένε τσόπερ τα custom. (πχ λέει το τσόπερ μου και σου δείχνει ένα Virago)

#2
dryhammer

στο κανάτ, κανάτι

Πώς από το πέτασμα φτάσαμε στο μαστραπά;

#3
dryhammer

στο Σπουδαράζω

#4
dryhammer

στο Κοντολέζα

Κοντολέζα Ράις

#5
dryhammer

στο Πάρης

Σαν όνομα το Πάρης, στη Χίο, είναι υποκοριστικό του Παράσχος.

#6
dryhammer

στο ψαράκι

Ενώ από τον κανονικό Παρθενώνα είχες κοτζάμ βράχο στη διάθεσή σου. Αυτά τα ιμιτασιόν...

#7
dryhammer

στο e-ρδάμ

Ο παλαιός κινηματογραφιστής λεγόταν Μαδράς και το "αναποδογύρισμά" του έδωσε το σαρδάμ

#8
dryhammer

στο Άπωσον

Πρέπει να είναι από τις αρχαιόπληκτες εκφράσεις του ΠΝ που πέρασαν σε αργκοτική χρήση

#9
dryhammer

στο μουνίκακας

(Πίνοντας φραπέ στο "Πάρε Δώσε")

Στο Λεξικό Ιδιωματισμών Επανωμής http://idiomatismoi12345.blogspot.gr/2010/08/blog-post_3292.html λέει:

μουνίκακας (ου) : α. ο ρομαντικός, β. ειρων. ο αφηρημένος από έρωτα, γ. αυτός που ενώ προσπαθεί δεν έχει ερωτικές επιτυχίες.

αγγλιστί (κατά το slangopedia https://slangopedia.wordpress.com/2016/01/29/%CE%BC-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%AC-%CE%BC%CF%89%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9/)

μουνίκακας: (moon-EE-cack-ass) horrible person, jerk; literally; “pussy-kaka”

(τον ήπια τον φραπέ, τη γκάνω γιατί ο αιδοιόκοπρος βρώμησε πιά κι έβαλε και ψύχρα)

#10
dryhammer

στο αβιζώτη, αγιζότη

Η Πυρίτιδα κοινώς μπαρούτι, αποτελεί μείγμα άνθρακα, θείου και νίτρου, λέει η Βίκη. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%85%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%B4%CE%B1

Το "δύσκολο" να βρεθεί υλικό ήταν το νίτρο (εν προκειμένω, νιτρικό κάλιο).

από το http://arcadia.ceid.upatras.gr/psari-hereas/barouti.htm αντιγράφω:

το μόνο νιτροφόρο υλικό που εκμεταλλεύτηκαν οι Δημητσανίται ήταν η παλιά κοπριά η ευρισκομένη στα σπήλαια που ξεχείμαζαν τα γιδοπρόβατα . Την κοπριά διυλίζοντας , έπαιρναν το νίτρο το οποίο ονόμαζαν << βοτάνι >> του μπαρουτιού και το πωλούσαν σε πολύ υψηλές τιμές στους Τούρκους .

#11
dryhammer

στο αβιζώτη, αγιζότη

Όπως (σωστά) λέει η λαϊκή σοφία, άλλο πράμα το πολυβόλο κι άλλο το αεροβόλο.

#12
dryhammer

στο αβιζώτη, αγιζότη

Κατ' αρχήν ευχαριστώ. Κάθε ορολογία που χάνεται (μαζί με την τέχνη της) είναι πολύτιμη. Όντως αντιπαθώ τα όπλα, αλλά γουστάρω τα λήμματα. Τα παλιά, εμπροσθογεμή κλπ τα συμπαθώ ως έργα τέχνης και τεχνικής, φτιαγμένα στο χέρι από μαστόρους που χάθηκαν μετά την κυριαρχία

των βιομηχανικών οπισθογεμών

#13
dryhammer

στο φάλια

Τα λόγια είναι περιττά

έγραψες!!

#14
dryhammer

στο ήμουδος

@1. Πολύ πιθανό και να ξέμεινε από τους Γενοβέζους

#15
dryhammer

στο εικοσιπενταράς

Δές κι αυτό

https://sarantakos.wordpress.com/2017/08/07/sifnos/#comment-448377

μήπως έχει να κάνει με την ημερομηνία καταβολής του μισθού (το μόνο που κατ' ουσίαν τους ενδιέφερε;)

#16
dryhammer

στο αρντανακλστικά

αυτό το "παπαρ-πέμπεις" στο σχ. 2 είναι όλα τα λεφτα κι ας γράφτηκε κατα λάθος

#17
dryhammer

στο εικοσιπενταράς

Το είχα ακούσει κι εγώ πως τους αποκαλούσαν κι έτσι (ή και εικοσιπενταράκια) παλιά, αλλά κανείς δεν ήξερε να μου πεί το έτυμο

#18
dryhammer

στο Χαητζικαρία

Να υποθέσω οτι βγαίνει από το χαητζίκι (που είναι κάτι σαν το χαϊλίκι, ή το "η" παραπέμπει στο χάος;)

#19
dryhammer

στο Χαλαφτανάς

Το (μόνιμο) ερώτημα: Περιοχή;

#20
dryhammer

στο γουδιστούπ

Το (μόνιμο) ερώτημα: Περιοχή;

ταβλάς είναι ο "παγκος"- τάβλα (επίπεδη επιφάνεια, τραπέζι),του κουλουρτζή.

κουλουρτζής στην Πόλη του τότε

#22
dryhammer

στο φλώρος

florine war industries

#23
dryhammer

στο Πορσούχι

#24
dryhammer

στο Τσιο

Ξέρουμε απο που βγαίνει;

#25
dryhammer

στο πιτοτυλιχτής

Δεν μπορεί ο καθένας να τυλίγει γύρους χωρίς να του ανοίγουν... και γρήγορα.

#26
dryhammer

στο ΕΥΛΟΓΗCON

Μαλακία διέπραξα. Είναι η φίρμα Τόνη Μπάτζιο

#27
dryhammer

στο ΕΥΛΟΓΗCON

Τουκανισμος στην φωτό: Στη σέλα γράφει "Τόνη Μπάτζιο"

#28
dryhammer

στο ΕΥΛΟΓΗCON

χριστιανοκάγκουρας

#29
dryhammer

στο κλαπαύτης

Δεν νομίζω, κάθε υλικό που μπαίνει σαν μπάλωμα εμφανές (ξύλο, πανί, τενεκές ακόμα ) γίνεται κλάπα

#30
dryhammer

στο κλαπαύτης

Όλα τα κλαπο- τέτοια προέρχονται απο την κλάπα που είναι ένα κομμάτι ξύλου (σανίδι - απόκομμα συνήθως) που χρησιμεύει σαν σύνδεσμος ή σαν μπάλωμα εξωτερικά. Κλάπα ή χλάπα στη Χίο (και αλλού) και το κομμάτι πανιού που μπαίνει για μπάλωμα (εξωτερικά - όπως στα σκίτσα και καρτούν).

κλάπα

για να ράβεις κλάπες